Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ανταγωνιστικές Αναλύσεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ανταγωνιστικές Αναλύσεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 28 Οκτωβρίου 2008

Ερμηνεία για την κρίση από την Ιταλία

Το παρακάτω κείμενο δημοσιεύτηκε στο www.indy.gr και αποτελεί μετάφραση ενός ιταλικού άρθρου.



η πρώτη πραγματικά παγκόσμια κρίση;
δημοσιεύτηκε October 2 από
anonymous τροποποιήθηκε October 4

Η χρηματοοικονομική κρίση με επίκεντρο τις ΗΠΑ προχωράει ανά κύματα συνεχόμενα που βαθαίνουν και αυξάνουν τις συνέπειες της. Κρίση των επισφαλών στεγαστικών δανείων, στη συνέχεια περιστολή της διατραπεζικής πίστης, ακολουθεί μια γενική πτώση της τιμής των ακινήτων (η πρώτη μετά τον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο με ισχυρές απώλειες στους ισολογισμούς των χρηματοοικονομικών οργανισμών και…ίσως πραγματική ύφεση. Εντυπωσιακές οι άμεσες παρεμβάσεις του κράτους και οι επιχειρήσεις διάσωσης στην πατρίδα του «φιλελευθερισμού»: μετά την κρατικοποίηση της Fannie και Freddie,η διάσωση της Merryl Linch από την Τράπεζα της Αμερικής και της AIG από την Ομοσπονδιακή Τράπεζα,η πτώχευση της Washington Mutual,το μεγαλύτερο Ταμιευτήριο της Αμερικής, το οποίο στη συνέχεια πέρασε στη JP Morgan και η απορρόφηση της Wachovia από την Citigroup.Αλλά, χαρτιά χωρίς καμία αξία υπάρχουν και σε μεγάλη ποσότητα, στους ισολογισμούς των ευρωπαϊκών τραπεζών: εθνικοποιήσεις και κινήσεις διάσωσης από την Μ.Βρετανία μέχρι τη Γερμανία μέσω Βρυξελών. «Είναι μόνο η αρχή-λέει ένας άγγλος αναλυτής-θα δούμε εθνικοποιημένες τράπεζες,να τις αποροφούν άλλοι όμιλοι και κάποιες θα κλείσουν».

Ομως τα ως τώρα μέτρα διάσωσης των χρηματοπιστωτικών οργανισμών πλέον δεν επαρκούν. Ετσι το Υπουργείο Οικονομικών δοκίμασε να δώσει λύση προτείνοντας ένα σχέδιο συνολικού ύψους 700 δισεκατομμυρίων δολαρίων (ίσο περίπου με το ΑΕΠ της Ταιβάν, της 21ης οικονομίας στον κόσμο).Παρά όμως το καμπανάκι κινδύνου στα χρηματιστήρια, τις διαβεβαιώσεις των ηγετών του Κογκρέσου παρά την έντονη δυσαρέσκεια του κόσμου,την έκκληση του Μπους στο έθνος με απευθείας μήνυμα του,την στήριξη του από τους δύο υποψήφιους για την προεδρία-το σχέδιο μέχρι στιγμής δεν πέρασε! Απόδειξη ότι η κρίση αρχίζει να έχει και πολιτικές συνέπειες.

Είναι αρκετό όμως το σχέδιο Πόλσον;-Το Σχέδιο μέχρι στιγμής έχει παγώσει. Ευθύς εξ αρχής όμως είχε τεθεί το ερώτημα αν κάτι τέτοιο αρκεί και ποιες θα μπορούσαν να είναι οι συνέπειες. Ένα πρώτο ερώτημα είναι πού θα βρεθούν αυτά τα χρήματα: το δημόσιο χρέος συνολικά θα εκτιναχθεί ακόμα πιο ψηλά ακόμα και ως προς το μέχρι στιγμής ογκώδες ΑΕΠ των ΗΠΑ(το ομοσπονδιακό έλλειμμα αυτή τη χρονιά, με όλες τις επιχειρήσεις διάσωσης, θα αγγίξει το 10% του ΑΕΠ, επίπεδο πρωτόγνωρο από την εποχή του Β’ Παγκοσμίου πολέμου) ενώ το συνολικό έχει ανέβει προ πολλού σε δυσθεώρητα ύψη. Θα χρειαστεί να χρηματοδοτηθεί με δανεισμό από το εξωτερικό(κανένας πολιτικός μέχρι στιγμής δεν κάνει λόγο για αυξήσεις φόρων) επιβαρύνοντας το εξωτερικό χρέος. «Κάποιοι πιστεύουν ότι η επιβάρυνση από τις κινήσεις διάσωσης ενός πληγέντος χρηματοοικονομικού συστήματος θα μπορούσε να δημιουργήσει σοβαρά προβλήματα στη θέση του δολαρίου σαν διεθνούς αποθεματικού νομίσματος», γράφει ο Economist.

Το κρίσιμο ερώτημα.-Είναι αυτό που αρχίζει να τίθεται ολοένα και πιο επιτακτικά: το σχέδιο αυτό ή ανάλογα σχέδια μπορεί να είναι άμεσα αναγκαία, αλλά θα είναι πράγματι αποτελεσματικά; Ως προς αυτό φιλελεύθεροι από τους Financial Times (όπως ο γκουρού Martin Wolf)και τον Economist καθώς και φιλελεύθεροι δημοκράτες των New York Times (όπως ο Paul Krugman) κατά βάθος συμφωνούν στις κριτικές τους: το Υπουργείο Οικονομικών και η Ομοσπονδιακή Τράπεζα αντιμετωπίζουν την κρίση σα να επρόκειτο για πρόβλημα ρευστότητας που θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί τροφοδοτώντας με ρευστό το κύκλωμα για να αναχαιτιστεί η πτώση των αξιών ,να αναθερμανθεί η εμπιστοσύνη και στη συνέχεια να ξαναπουληθούν οι τίτλοι σε μια σταθεροποιημένη πλέον αγορά.Το πρόβλημα όμως εδώ είναι όλο και περισσότερο πρόβλημα αφερεγγυότητας αυτού του «σκιώδους τραπεζικού συστήματος» που είναι φτιαγμένο από παράγωγα χρηματοπιστωτικά προϊόντα, παιδί της ελεύθερης αγοράς και των κερδοσκοπικών υπερτιμήσεων τις τελευταίες δεκαετίες. Και εδώ μιλάμε για αστρονομικά ποσά ίσα ή και μεγαλύτερα από το ακαθάριστο παγκόσμιο προϊόν. «Όταν το ύψος μικτού χρέους είναι τεράστιο και οι οικονομικές συνθήκες δύσκολες, τότε αυξάνονται οι πιθανότητες να έχουμε πλήθος πτωχεύσεων. Ο κόσμος φοβάται τη μαζική αφερεγγυότητα, οι πιστωτές σταματάνε να δανείζουν και οι οφειλέτες να ξοδεύουν με πιθανό αποτέλεσμα τον αποπληθωρισμό χρέους». Η διατραπεζική αγορά ήδη το έχει αντιληφθεί και ανεβάζει τα επιτόκια, η νομισματική αγορά δέχεται πιέσεις. Όλα αυτά δεν αντιμετωπίζονται με συνεχείς ενέσεις ρευστότητας αλλά με κεφαλαιακή αναδιάρθρωση του συστήματος, όπως προτείνει και ο διευθυντής του ΔΝΤ, Strauss-Kahn : «Στην καρδιά του προβλήματος βρίσκεται ότι το χρηματοπιστωτικό σύστημα διαθέτει πολύ λίγα κεφάλαια για να το ξαναρίξει στο πραγματικό κύκλωμα αποκομίζοντας κέρδη. Σύμφωνοι, αλλά αναδιάρθρωση κεφαλαίου σημαίνει πριν απ’ όλα να μπορέσεις να συγκεντρώσεις τεράστια ποσά: από ποιόν όμως και με ποιους όρους( θα δεχτείς τους κινέζους στα διοικητικά σου συμβούλια;),και με ποια προοπτική; Σε κάθε περίπτωση αυτό σημαίνει ότι πρέπει να μεταφερθεί ένας τεράστιος όγκος πλούτου που το ΔΝΤ και η Wall Street μπόρεσαν να το επιβάλλουν κατά το παρελθόν στο Νότο της Γης αλλά που σήμερα θα δυσκολευτούν πολύ να το επιβάλλουν με την ίδια μορφή στους λαούς της Δύσης και στην Ασία. Σημαίνει, ακόμα, ότι πρέπει να αποκαταστηθούν οι βάσεις του κύκλου της αξίας συνολικά και να δημιουργηθούν νέες συνθήκες για την παγκόσμια ζήτηση ώστε να τεθεί ξανά σε κίνηση η συσσώρευση. Το συμπέρασμα που βγαίνει από τη συζήτηση που διεξάγεται στις ΗΠΑ, μέχρι στιγμής, είναι ότι δεν αντιλαμβάνονται το βάθος της κρίσης ενός ολόκληρου μοντέλου ντοπαρισμένης ανάπτυξης με χρέη σαν να ήταν δυνατόν να ξαναρχίσουν, μετά τη θύελλα, την ίδια πορεία ήρεμα κι ωραία. Κι ενώ το αμερικανικό μοντέλο ξεφτίζει ολοένα και περισσότερο, φαίνεται ότι λείπουν ιδέες προωθητικές κάτι που φάνηκε ιδιαίτερα στην αντιπαράθεση Ομπάμα-Μακαίην. Ποιός μπορεί να μιλήσει ανοικτά για παρακμή της αμερικάνικης υπερδύναμης χωρίς να τον τιμωρήσει το εκλογικό σώμα;

Η σημερινή υπό εξέλιξη κρίση είναι λοιπόν δομική όχι μόνο επειδή πλήττει την καρδιά του παγκόσμιου συστήματος αλλά και επειδή συμπαρασύρει, με άγνωστες ακόμα συνέπειες, τον παγκόσμιο κύκλο αναπαραγωγής της αξίας τα τελευταία τριάντα χρόνια και επομένως την ισορροπία δυνάμεων που οικοδομήθηκε πάνω του. Ως προς αυτό βρισκόμαστε πραγματικά στην αρχή του τέλους μιας εποχής.

Η έξοδος από την οικονομική κρίση της δεκαετίας του ’70 και η απάντηση του καπιταλισμού στον εξαιρετικής σημασίας κύκλο αγώνων του εργάτη μάζα και των λαών του «Τρίτου κόσμου» έλαβε συγκεκριμένη μορφή από τη δεκαετία του ’80 και ύστερα με την αναδιάρθρωση της παγκόσμιας αγοράς.

Από την εποχή της προσέγγισης ΗΠΑ και Κίνας, από τον «σοσιαλισμό της αγοράς» του Ντενγκ, μέχρι τη νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση, φαινόταν ότι οι ΗΠΑ μπορούσαν να εξασφαλίσουν την σταθερότητα του συστήματος, πολύ περισσότερο μετά την πτώση της ΕΣΣΔ και την εγκαθίδρυση ενός κόσμου μονοπολικού. Στην πραγματικότητα όμως αυτή η πορεία έδειξε λίγο-λίγο τις αδυναμίες της αφού στάθηκε ανίκανη να επαναλάβει τις επιτυχίες του προηγούμενου φορντικού κύκλου. Από τη μία επέτεινε την άγρια χρηματιστηριοποίηση της αμερικάνικης οικονομίας και τις παγκόσμιες ανισότητες με το διπλό έλλειμμα εμπορικού ισοζυγίου και ισοζυγίου πληρωμών, από την άλλη, επέτρεψε την απογείωση και κατοχύρωση του ρόλου της Κίνας ως νέου «παγκόσμιου εργοστάσιου» δένοντας την όμως με διπλά δεσμά με την εσωτερική αγορά και τη χρηματοδότηση, και τα εμπορικά πλεονάσματα της με τον αυξανόμενο δανεισμό των ΗΠΑ. Οι κόμποι όμως αυτής που ως τα σήμερα ήταν η χώρα της Χίμαιρας (όπως την ονομάζει ο ιστορικός του Χάρβαρντ Niall Ferguson) και της παγκόσμιας αγοράς αρχίζουν να φτάνουν στο χτένι. Είτε στο πεδίο του κοινωνικού συμβολαίου μεταξύ χρηματοπιστωτικού συστήματος και πολίτη-καταναλωτή στις ΗΠΑ (αλλά όλο και πιο πολύ σε ολόκληρη τη Δύση) που αντικατέστησε με την ιδιωτικοποίηση του κράτους πρόνοιας τον παλιό κευνσιανικο-φορντικό συμβιβασμό καθιστώντας την ζήτηση για ολοένα μεγαλύτερο δανεισμό των απλών ανθρώπων (debt peonage) μια ολοένα και στενότερη βάση της χρηματοπιστωτικής πυραμίδας (που σήμερα κινδυνεύει να γίνει κομμάτια).Είτε λόγω του κινδύνου να παρασύρει, ή πάντως να επηρεάσει σημαντικά, την όλη ανάπτυξη της Ασίας στη δίνη της κρίσης διαψεύδοντας τους θεωρητικούς της μη συσχέτισης της ανάπτυξης στην Ασία με την κρίση στις ΗΠΑ.Είτε,τέλος,λόγω της κρίσης χωρίς επιστροφή του Ουάσινγκτον κονσένσους (συναίνεση αμερικανικού τύπου) και τη νεοφιλελεύθερη μορφή της παγκοσμιοποίησης (που σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει πιθανή, δεδομένης της παγκόσμιας αλληλεξάρτησης της παραγωγής και του χρηματοοικονομικού συστήματος, επιστροφή σε μία ανάπτυξη με κέντρο και υπό την καθοδήγηση του κράτους-έθνους!).

Το νέο στοιχείο βρίσκεται λοιπόν στην εμφανή αδυναμία των ΗΠΑ να ελέγξουν τον κύκλο αναπαραγωγής του παγκόσμιου κεφαλαίου, και ειδικότερα τις αναδυόμενες χώρες της Ασίας. Η ικανότητα της Ουάσιγκτον να απομυζά-μέσω της κυριαρχίας του δολαρίου και του χρηματοοικονομικού συστήματος και όχι μόνο με τον πόλεμο-τη συσσωρευμένη αξία από τα αναδυόμενα καπιταλιστικά κέντρα των πρώην περιφερειών, ειδικά της Ανατολικής Ασίας, εγγυώμενη ταυτόχρονα την σταθερότητα του συστήματος, αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα. Η εμπειρία της ασιατικής κρίσης του 1997-8 ήταν γι αυτές τις χώρες ένα σημείο αποφασιστικής σημασίας που αποκάλυψε την αλαζονεία και την ανικανότητα ΗΠΑ και ΔΝΤ να βάλουν τάξη στις διεθνείς ανισότητες, αλλά το αντίθετο, τις εκμεταλλεύτηκαν για ν’ αρπάξουν τα καλύτερα κομμάτια των ασιατικών οικονομιών. Δέκα χρόνια μετά την κρίση και τα σημάδια από την αντίδραση αυτή της Ασίας είναι εμφανέστατα. Τέρμα ο δανεισμός από το ΔΝΤ (που σήμερα έχει υποβαθμιστεί σε ένα οργανισμό φάντασμα),ανάκαμψη οικονομική επικεντρωμένη στην κινέζικη ανάπτυξη, σχέσεις ανάμεσα στις χώρες της Ασίας λιγότερο ασυμμετρικές από αυτές με τη Δύση, και πάνω απ’όλα τα πρώτα βήματα προς την οικοδόμηση μιας ασιατικής αγοράς πιο ενωμένης με στυλοβάτη την Κίνα. Πάνω σ’ αυτό το σύνολο αναδυόμενων χωρών, πέρα από την Λατινική Αμερική που κάνει προσπάθειες να ενωθεί και μία Ρωσία που ανακάμπτει(αλλά ακόμα και οι πετρελαιομοναρχίες δείχνουν σημάδια αυτονόμησης),οι ΗΠΑ δεν μπορούν πλέον να φορτώσουν τις συνέπειες της κρίσης όπως παλιά. Την ίδια στιγμή, το σημείο που δείχνει ότι υπάρχει μία συνέχεια στη σημερινή φάση βρίσκεται στη δομή του διεθνούς καταμερισμού εργασίας που εξακολουθεί να βαρύνουν οι στενοί δεσμοί ΗΠΑ-Κίνας.Μία εξίσωση που (μεσο-) μακροπρόθεσμα θα πάψει να υπάρχει, αλλά που βραχυπρόθεσμα είναι μια αναγκαιότητα και για την κινέζικη ηγεσία. Το παράδοξο της σημερινής κατάστασης βρίσκεται στο γεγονός ότι η ενίσχυση της Κίνας έναντι της Ουάσινγκτον εξαρτάται από τη συνέχιση της οικονομικής συνεργασίας με τις ΗΠΑ. Μία πορεία συνεργασίας που είναι υποχρεωμένη να ακολουθήση ακόμα πιο πολύ σήμερα το αμερικάνικο κατεστημένο με την υπό εξέλιξη κρίση και την επιτακτική ανάγκη εξεύρεσης χρημάτων (δύο δισεκατομμύρια δολάρια την ημέρα χρειάζονται οι ΗΠΑ. Η Κίνα από μόνη της το 2008 δάνεισε στις ΗΠΑ δυόμισυ φορές τα χρήματα του Σχεδίου Μάρσαλ για την Ευρώπη το 1947).

Μέσα σ’ αυτό το κλίμα αυξανόμενης αβεβαιότητας- κάποιοι στο Foreign Affairs μιλάνε για α-πολική φάση –άλλοι παίκτες μεσαίου διαμετρήματος στην παγκόσμια πολιτική σκηνή βγαίνουν μπροστά παίζοντας, όπως κάνει η Ρωσία, με τη θέση αδυναμίας των αμερικανών χωρίς μέχρι στιγμής να μπορούν ή να θέλουν να μπούνε σε μια πορεία πλήρους ρήξης. Η δράση τους, αυτή καθ’ εαυτή χωρίς ιδιαίτερο βάρος, θα μπορούσε παρ’ όλα αυτά να προκαλέσει καταστάσεις κρίσης(βλέπε Γεωργία) λόγω ακριβώς της αυξανόμενης αστάθειας που επικρατεί στις παγκόσμιες ισορροπίες.

Ενώ οι κεφαλές του αμερικανικού Συμβουλίου Εξωτερικών Σχέσεων (Council on Foreign Relations) αρχίζουν (τώρα!) να σκέφτωνται φωνακτά τα τρωτά σημεία της στρατηγικής τους αδυναμίας λόγω της οικονομικής εξάρτησης από «μη συμμάχους» χώρες και τα κρατικά επενδυτικά κεφάλαια που συστήνουν να μειωθούν(ναι, αλλά πώς;)-η συζήτηση στους οικονομικούς κύκλους έχει ανάψει για τα καλά γύρω από τα σημεία που θα πρέπει να περιλαμβάνει μία νέα ρύθμιση στο χρηματοπιστωτικό σύστημα. Από τεχνικής πλευράς αυτό έχει ήδη αρχίσει να γίνεται με τα μέτρα της αμερικάνικης Ομοσπονδιακής Τράπεζας και του υπουργείου Οικονομικών (μεγαλύτεροι έλεγχοι, τέρμα με τις τράπεζες επενδύσεων, κλπ) και κατά πάσα πιθανότητα αυτά θα γίνουν αποδεκτά αν δεν περιληφθούν κι άλλα στην επόμενη σύγκλιση των G7, πέρα από κάποιες τυχόν αντιρρήσεις των ευρωπαίων. Το ζήτημα όμως έχει ευρύτερη σημασία και αφορά και την παγκόσμια διακυβέρνηση αλλά και τις συνθήκες ενός νέου οικονομικού κύκλου.

1. Ως προς το πρώτο, μέχρι τώρα κυριαρχούσαν οι θέσεις, με πρώτο τον Γκρίνσπαν, εκείνων που αρνιόντουσαν ότι τα διπλά ελλείμματα αποτελούσαν ένα πρόβλημα για τις ΗΠΑ: «τα ελλείμματα δεν παίζουν κανένα ρόλο» (Dick Cheney)!.Κι αυτό είτε επειδή δεν φαινόταν στον ορίζοντα ένας παγκόσμιος αντικαταστάτης του δολαρίου, είτε λόγω της στρατιωτικής υπεροπλίας των ΗΠΑ που φαινόταν να μην έχει αντίπαλο. Σήμερα όμως το πάνω χέρι το έχουν οι «προβληματισμένοι»: η αδυναμία του χρηματοπιστωτικού συστήματος είναι ένα πρόβλημα σοβαρό το οποίο πρέπει να προλάβουμε βάζοντας τάξη στο σπίτι μας(θυσίες!) και σχεδιάζοντας μια νέα παγκόσμια αρχιτεκτονική που θα παίρνει υπόψη της τις νέες πραγματικότητες. Στις σελίδες πάντα του Foreign Affairs,το επίσημο περιοδικό του Στέιτ Ντιπάρτμεντ,ο Fred Bergsten του Peterson Institute προτείνει ένα άτυπο G2 με την Κίνα που θα συνοδευεται από μία συμφωνία («Asian Plaza») ανατίμησης των ασιατικών νομισμάτων. Προσοχή μη κάνετε το λάθος και παρεξηγήσετε τις προθέσεις τους. Ο στόχος εδώ είναι, λαμβάνοντας υπόψη το αναπόφευκτο υπό τις σημερινές συνθήκες, ενός άξονα με το Πεκίνο, να στριμώξει ακόμα περισσότερο το Πεκίνο μέσα σ’ ένα δίκτυ δεσμών και εκβιασμών ώστε να μη μπορέσει να κινηθεί η κινέζικη οικονομία αυτόνομα στην εσωτερική της αγορά και να πάψει να περιστρέφεται η ασιατική γύρω από αυτή καθιστώντας έτσι αναγκαίο το ρόλο των αμερικανών. Το ζήτημα όμως είναι ότι μια Κίνα ισχυρή από τις επιτυχίες της θα συνεχίσει μεν να συνεργάζεται έχει όμως αρχίσει να ξαναγράφει με το δικό της τρόπο τους κανόνες του παιχνιδιού του συστήματος!

2. Το πρόβλημα όμως μιας νέας ρύθμισης μας ξαναφέρνει πάλι πίσω στο πολύ πιο σύνθετο πρόβλημα του, αν και με ποιο τρόπο είναι δυνατό να ξαναπάρει δυνάμεις ο καπιταλισμός, σε αμερικάνικη και παγκόσμια κλίμακα, σε μία νέα ισορροπία χρηματοοικονομικού συστήματος/παραγωγής, με το πρώτο να καταβροχθίζει τη δεύτερη σε μια αξεχώριστη στενή αλληλεξάρτηση κέρδους και εισοδήματος(προσέξτε: εδώ δεν κάνουμε καμία διάκριση μεταξύ «κακής» κερδοσκοπίας και «καλής» παραγωγής!). Αυτή η διαπλοκή ξεζουμίζει την εργασία στα όρια του αδιανόητου αλλά σε ποσότητα πάντα ανεπαρκή για την αξιοποίηση της πληθώρας του «εικονικού» κεφαλαίου που κυκλοφορεί στις αγορές. Τα διευρυνόμενα περιθώρια όχι προς όφελος της εργάσιμης ημέρας -σαν χρόνος για ζωή και αντίσταση της ζωντανής εργασίας-παραμένουν πράγματι τα απόλυτα όρια (ιστορικά) για το κεφάλαιο. Η «αναπαλαίωση» του, μέσω μιας ενδεχόμενης καταστροφής του εικονικού κεφαλαίου-που δεν μπορεί να την υποκαταστήσει η σαφής κρίση του χρηματοπιστωτικού συστήματος σήμερα-στο παρελθόν έγινε εφικτή μόνο χάρη στους παγκόσμιους πολέμους με καταστροφή ζωντανής και νεκρής εργασίας και πάντως σε μια φάση όπου ούτε όλη εργασία ούτε όλη η ζωή υπάγοντο στο κεφάλαιο. Σήμερα ένας γενικευμένος πόλεμος δεν φαίνεται να αποτελεί μια «λύση» για το σύστημα, ενώ η τάση εμπορευματοποίησης του συνόλου των κοινωνικών σχέσεων καθιστά παραδόξως πιο δύσκολη, αλλά γι αυτό και πιο επιτακτική, την «περίφραξη» νέων εδαφών στο κυνήγι της αξίας.

Κάποιοι-όπως ο Arrighi- πιστεύουν ότι η Κίνα μπορεί να αποτελέσει μία διέξοδο στο αδιέξοδο χάρη σε ένα διαφορετικό μοντέλο συσσώρευσης, λιγότερο άνισο στο εσωτερικό του και λιγότερο ασυμμετρικό (μη ιμπεριαλιστικό) στις σχέσεις του με το εξωτερικό. Το ζήτημα είναι σύνθετο και, είτε συμφωνεί κανείς είτε διαφωνεί, είναι συζητήσιμο λόγω των πιθανών συνεπειών από μία κινέζικη εκδοχή της σοσιαλδημοκρατίας στη δυναμική των ταξικών ανταγωνισμών (ξεκινώντας από το ντόπιο προλεταριάτο).Εντωμεταξύ παραμένει το γεγονός ότι μέχρι στιγμής η κινέζικη ηγεσία δεν είναι καθόλου αντίθετη στο «αγγλοσαξωνικό μοντέλο» στο μέτρο που τα κέρδη της προέρχονται προς το παρόν από τη βιομηχανία και όχι(ακόμα) από το χρηματοοικονομικό σύστημα, παρά το ότι ένα μεγάλο μέρος από αυτά κατευθύνεται για να χρηματοδοτηθεί το αμερικάνικο χρέος και τροφοδοτεί ένα παγκόσμιο κύκλωμα από το οποίο η κινέζικη αστική τάξη βγάζει κέρδη και νομιμοποιείται Μοιάζει να έχει κλείσει οριστικά η ιστορική φάση όταν «από τα πάνω» μπορούσε να δοθεί μια απάντηση, ακόμα και σοσιαλδημοκρατικού ή υπαρκτοσοσιαλιστικού χαρακτήρα, στο ζήτημα ενός εναλλακτικού οικονομικού μοντέλου.

Καλύτερα λοιπόν να αρχίσουμε να ψάχνουμε αλλού αν θέλουμε να βγει ένα προσχέδιο απάντησης για το τι μπορεί να σημαίνει μια οικονομία διαφορετική, σαν παραγωγή και αναπαραγωγή αγαθών σε παγκόσμια κλίμακα. Το κίνημα κατά της παγκοσμιοποίησης, άρχισε να θέτει το ζήτημα χωρίς όμως να κατορθώσει να το βάλλει βαθειά μέσα στην κοινωνία. Η χρηματοπιστωτική κρίση, αν βαθύνει, θα μεταφέρει αυτό το ζήτημα αναγκαστικά στην καθημερινή ζωή όλων και θα προετοιμάσει το έδαφος για την ανάπτυξη συγκρούσεων στον τομέα του δανεισμού, του εισοδήματος στις πολλαπλές μορφές του, της χρηματιστηριοποίησης ως καπιταλιστική σύνοψη της απαλλοτρίωσης της ζωής στην πραγματική υπαγωγή.

http://www.infoaut.org/articolo/la-prima-crisi-veramente-globale

Ερμηνεία της κρίσης από το περιοδικό Θέσεις

Το παρακάτω κείμενο είναι το editorial του τελευταίου τεύχους του περιοδικού Θέσεις που μιλά για τη χρηματοπιστωτική κρίση (τεύχος 105, Οκτώβριος-Δεκέμβριος 2008).




Editorial

Η σημερινή κρίση δεν είναι μια ακόμα οικονομική κρίση του σύγχρονου καπιταλισμού, ένδειξη της «φθοράς» και «νομοτελειακής κατάρρευσης» του συστήματος. Είναι συγκεκριμένη χρηματοοικονομική κρίση με ειδικά χαρακτηριστικά που αναδεικνύονται στη σημερινή συγκυρία, αποτέλεσμα της επίδρασης της συνολικής δομής του νεοφιλελεύθερου υποδείγματος που κυριαρχεί τις τελευταίες δεκαετίες. Δεν έρχεται από το πουθενά, ούτε αποτελεί συνέπεια μιας σειράς λαθών που συνέβησαν από την απληστία και το ανεξέλεγκτο ορισμένων στελεχών πρώτης γραμμής του «διεθνούς κερδοσκοπικού κεφαλαίου», που φρόντιζαν με «χρυσά αλεξίπτωτα» να διασφαλίζουν την ευημερία τους ακόμη και στην κατάρρευση των αγορών.

Είναι μια κρίση που προδιαγράφεται σε αργή κίνηση επί μακρόν στον ορίζοντα της ήττας και αποδυνάμωσης των δυνάμεων της εργασίας, αλλά και της αναδιανομής εισοδήματος υπέρ των δυνάμεων του κεφαλαίου με τη γενικευμένη ιδιωτικοποίηση σημαντικών τομέων που αποτελούσαν μέχρι πρότινος αντικείμενο κρατικής δραστηριότητας. Και που συνδέεται εγγενώς με την ενίσχυση μηχανισμών που στοχεύουν στην αύξηση της κερδοφορίας του κεφαλαίου, γεγονός που στην κρίση συνεπάγεται και την ανάγκη καταστροφής κεφαλαίων που δεν υπεραξιώνονται ικανοποιητικά.

Το ενδιαφέρον στη σημερινή κρίση και τους μηχανισμούς πάνω στους οποίους στηρίχθηκε είναι ότι η πιθανότητα να επισυμβεί, μέσα από την αδυναμία εξυπηρέτησης δανειακών υποχρεώσεων και συνακόλουθα την ανεπαρκή διαχείριση των σχετικών κινδύνων, αποτέλεσε και η ίδια αντικείμενο κερδοσκοπίας στις κεφαλαιαγορές μέσα από σύνθετα παράγωγα προϊόντα που προκύπτουν από τιτλοποιημένα χρέη που χρησιμοποιούν άλλα χρέη ως εγγύηση - CDOs (Collateralized Debt Obligations). Η χρηματοπιστωτική κρίση ως κρίση υπερσυσσώρευσης χρηματικού κεφαλαίου προέκυψε μέσα από μια μακρά διαδικασία προαναγγελθείσας «φυσικής καταστροφής», η οποία όσο διαρκούσε έδινε παραπέρα τροφή στην καθημερινή χρηματιστηριακή σπέκουλα αλλά και το μεσοπρόθεσμο παιχνίδι των «θεσμικών» που αναζητούν ευκαιρίες μέσα στην κρίση και την κατάρρευση μεγάλων χρηματοπιστωτικών οργανισμών.

Ορισμένοι που προβάλλουν τη σχέση του κεφαλαίου ως φυσικό νόμο, με την «κερδοσκοπία» ως «παράπλευρη απώλεια» οφειλόμενη στην απληστία «ολίγων αφρόνων», χρησιμοποιούν αυτή ειδικά την όψη της σύγχρονης χρηματοοικονομικής κρίσης για να «αποδείξουν» ότι εδώ συνέβησαν «λάθη» και «υπερβολές» που τείνουν να «πριονίσουν το κλαδί» πάνω στο οποίο κάθεται η «διεθνής οικονομία». Όλοι αυτοί έχουν την τάση να «ξεχνούν» ότι βασικό χαρακτηριστικό του σύγχρονου χρηματοπιστωτικού συστήματος είναι η προσδοκία της μελλοντικής κερδοφορίας και η προεξόφλησή της, γεγονός που αντικατοπτρίζεται στην ύπαρξη και δυναμική των χρηματιστηρίων αλλά κυρίως στην ενίσχυση της θέσης των παραγώγων μέσα σε αυτά.

Και δεν είναι καθόλου παράξενο ότι αυτό το «παιχνίδι» περιλαμβάνει και όψεις που σχετίζονται με την προεξόφληση της ίδιας της κρίσης. Άλλωστε δεν είναι η πρώτη φορά που διαπιστώνεται αυτή η «καταστροφική» διάσταση στη λειτουργία του κεφαλαίου, μιας και ο Λένιν είχε μιλήσει για την αστική τάξη που είναι ικανή να «πουλήσει ακόμη και το σκοινί με το οποίο θα την κρεμάσουμε».

Οι καιροί έχουν όμως αλλάξει. Σήμερα αντί για σκοινί πουλάει στοιχήματα (παράγωγα) με προεξόφληση της μελλοντικής καταστροφής. Εμπορεύεται την ίδια την κρίση...


2. Καθαρτήρια κρίση

Όμως τα συνήθη στοιχήματα έχουν σαφώς ορισμένο πλαίσιο αναφορικά με το αντικείμενό τους. Στη συγκεκριμένη περίπτωση το πλαίσιο αυτό δεν είναι καθόλου προφανές. Πρόκειται για ομιχλώδες τοπίο απόλυτα συγκεχυμένο στο οποίο ευδοκιμούν τα «παράγωγα» και οι «εκτιμήσεις αξιών» που τα συνοδεύουν: τιτλοποιήσεις δανειακών υποχρεώσεων είτε με άυλες εξασφαλίσεις (συμβόλαια μελλοντικών εσόδων) που υφίστανται μόνο ως πιθανότητες, είτε με υλικές εγγυήσεις (γη και κατοικία) αναγκαστικά υπερτιμημένες στο ανοδικό προεξοφλητικό σπιράλ των αξιών. Και στη συνέχεια οι δευτερογενείς αγορές όπου γίνονται αντικείμενο διαπραγμάτευσης οι τιτλοποιήσεις και τα κάθε λογής παράγωγα, οι προεξοφλήσεις μελλοντικών πληθωρισμένων αξιών, οι «εξασφαλίσεις», όλα εξαρτημένα από την περίφημη «ψυχολογία» των αγορών. Αριθμοί, πιθανότητες, στοιχήματα, εκτιμήσεις, συστάσεις «αναλυτών» που είτε αναπαράγουν το αυτονόητο στην ομαλή ανοδική πορεία, είτε κηρύσσουν «αιφνιδίως» δίκην χιονοστιβάδας την καταστροφή όταν η κρίση αναγγείλει έστω και υπαινικτικά την παρουσία της.
Έτσι, επενδυτικές τράπεζες όπως η Lehmann που μέχρι προ έτους κατατάσσονταν στην πρωτοπορία της χρηματοοικονομικής καινοτομίας καταποντίζονται «εν μια νυκτί» με τις «αναλύσεις» να αλλάζουν πρόσημο με την ταχύτητα και την ευκολία τροπικής καταιγίδας, οργανωμένη έκφραση του πανικού πάνω στον καμβά της αμφιβολίας που αναδύεται μέσα από τις βεβαιότητες των προεξοφλήσεων. Για να πραγματοποιηθεί η αναπόφευκτη και αναγκαία εκκαθαριστική λειτουργία της κρίσης, που με απλά λόγια συνεπάγεται την καταστροφή: εξαΰλωση ιλιγγιωδών κεφαλαιοποιήσεων στα χρηματιστήρια, εξαφάνιση ιδρυμάτων με ισολογισμούς που αντιπροσωπεύουν το ΑΕΠ μιας μέσου μεγέθους χώρας, αθέτηση υποχρεώσεων προς χιλιάδες «πιστωτές», επαναφορά σε μηδενικές «παρούσες αξίες» των τοποθετήσεων των «επενδυτών», όλα όσα συνθέτουν τη φαινομενολογία της κρίσης.
Πίσω όμως από την πρόσοψη του κόσμου των ειδώλων με τα κεφάλαια που «χάνονται» και τις «παραγωγικές δυνάμεις» που καταστρέφονται βρίσκεται σε τελική ανάλυση η εργασία, που απαξιώνεται δίνοντας με αυτό τον τρόπο τη δυνατότητα να ξεκινήσει ένας νέος περισσότερο αποδοτικός και κερδοφόρος κύκλος στη διαδικασία διευρυμένης αναπαραγωγής της κεφαλαιακής σχέσης. Αλλά η μαζική ανεργία, ως απόρροια της κρίσης στη χρηματοπιστωτική σφαίρα, και οι προεκτάσεις της, οι παραγωγικές δραστηριότητες που στηρίζονται και εξαρτώνται κρίσιμα από αυτή, δεν είναι παρά μια παράπλευρη απώλεια, collateral damage στον πόλεμο του κεφαλαίου με την εργασία.


3. «Ιερός» ανταγωνισμός

Ο καλύτερος τρόπος για να το διαπιστώσουμε είναι να εξετάσουμε από κοντά τα μέτρα που λαμβάνονται από τους εκπροσώπους του συλλογικού κεφαλαιοκράτη για την «προστασία του κοινωνικού συνόλου». Τότε θα διαπιστώσουμε ότι το κράτος δρα συμπληρωματικά προς το κεφάλαιο στην κρίση ενισχύοντας την ηγεμονία της σχέσης του κεφαλαίου στους κοινωνικούς συσχετισμούς ακόμη και εκεί που φαινομενικά έρχεται να υποκαταστήσει το μεμονωμένο κεφάλαιο στην «αποτυχία» του.
Μια σύντομη ακτινογραφία βεβαιώνει του λόγου το αληθές.
Είναι εντυπωσιακό ότι ακόμη και σήμερα μετά την κατάρρευση μερικών τραπεζών και τις συγχωνεύσεις ακόμη περισσότερων, οι εποπτικές αρχές είναι εν γένει εντελώς απρόθυμες να βάλουν περιορισμούς στο χρηματιστηριακό παιχνίδι. Φαίνεται ότι ακόμη και το «ανέξοδο» shortselling, που ενισχύει την τέχνη του στοιχήματος χωρίς να διαθέτει καν το αναγκαίο χρήμα, είναι τόσο πολύτιμο για την «υγεία» των αγορών και τη λειτουργία προεξόφλησης του μέλλοντος ώστε σημειακά μόνο προχώρησαν στην απαγόρευσή του.
Το σχέδιο Paulson με τα 700 δις δολάρια εγκαινιάζει μια απόπειρα «ρύθμισης» φαινομενικά για την αποφυγή πανικού και τη στήριξη των αγορών. Ακόμη όμως και σε επίπεδο προθέσεων δεν προχωράει σε κάποιου τύπου «εξυγίανση», πράξη η οποία πρακτικά θα έπρεπε να βάλει νέους κανόνες στο χρηματοπιστωτικό σύστημα. Θα έπρεπε, για παράδειγμα, να υιοθετήσει κανόνες εποπτείας των αγορών παραγώγων τίτλων και θέσπισης μέτρων που περιορίζουν τις δυνατότητες και το εύρος της μόχλευσης (leverage) στα συμβόλαια προαίρεσης (options), καθώς και νέες ρυθμίσεις που αφορούν στην κεφαλαιακή επάρκεια - για να μείνουμε σε παραδείγματα που αφορούν τη μερική «διόρθωση» της παρούσας εκδοχής ρύθμισης και συγκρότησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Ενώ στο διεθνοποιημένο σύστημα χρηματοπιστωτικών αγορών, και στο πλαίσιο ευρύτερης μεταρρύθμισης που σίγουρα δεν το υπερβαίνει, θα μπορούσαν να ασκηθούν ρυθμιστικοί κανόνες που να εξασθενούν αντί να ενισχύουν τα προκυκλικά χαρακτηριστικά του, και ει δυνατόν να του προσδίδουν αντικυκλικές όψεις. Για να μη μιλήσουμε για άλλες μεταρρυθμίσεις οι οποίες προϋποθέτουν άλλους συσχετισμούς δυνάμεων προς όφελος των δυνάμεων της εργασίας...
Αυτό που στην πραγματικότητα φαίνεται να ενδιαφέρει το σχέδιο Paulson – σε αντίθεση με το ευρωπαϊκό σχέδιο που εισηγήθηκε ο Βρετανός πρωθυπουργός Μπράουν και το οποίο προβλέπει κρατικό έλεγχο των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων αντίστοιχο με το ύψος δημόσιας χρηματοδότησής τους – είναι η στήριξη συγκεκριμένων χρηματοοικονομικών ομίλων απέναντι σε επιθετικές εξαγορές. Το σχέδιο εξαγοράζει τα «τοξικά προϊόντα» σε τιμές που μένει να προσδιοριστούν σε σχετικούς πλειστηριασμούς (auctions), φροντίζονταςπαράλληλα να επωφεληθούν οι «επενδυτές» από τη βελτίωση των οικονομικών των σχετικών traders. Υπάρχουν βέβαια και μερικά «κερασάκια» που μιλάνε για βοήθεια στους δανειολήπτες που «βρίσκονται σε δυσκολία» ή περιορισμό των bonus των «υπαιτίων» της κρίσης, αλλά μιας και το σχέδιο θα εφαρμόζεται τμηματικά υπό την «εποπτεία» ανεξάρτητων αρχών, μπορεί εύκολα να φανταστεί κανείς ότι θα προσαρμοστεί αναλόγως στο μέλλον ανάλογα με τις επιταγές της συγκυρίας.
Η απόφαση της πρώτης πρόσφατης μικρής «συνόδου κορυφής» της ΕΕ στο Παρίσι είναι επίσης ενδεικτική. Αντί να προχωρήσει στο έκτακτο αποθεματικό για την κρατική συμμετοχή σε τράπεζες που βρίσκονται ή θα βρεθούν σε ανεπάρκεια ρευστότητας, οι ιθύνοντες με περισσή αλαζονεία προέβησαν σε συστάσεις για αντιμετώπιση των προβλημάτων από κάθε χώρα ξεχωριστά, επισημαίνοντας μάλιστα με θράσος ότι αυτό πρέπει να γίνει «με σεβασμό στο σύμφωνο σταθερότητας και τους κανόνες του ανταγωνισμού» ώστε να μην υπάρξει «αθέμιτος ανταγωνισμός» μεταξύ χωρών στο τραπεζικό σύστημα (με το βλέμμα στραμμένο στην Ιρλανδία που εγγυήθηκε το συνολικό ύψος των καταθέσεων). Προφανώς αυτό που προέχει είναι ο «ενιαίος οικονομικός χώρος» για την κίνηση των κεφαλαίων, ενώ για την εργασία το ζήτημα έχει λυθεί προ πολλού: ελεύθερος ανταγωνισμός για φθηνούς πόρους με την πριμοδότηση της «ελαστικότητας», «κινητικότητας» (όπως τις ερμηνεύει ο εργοδότης, φυσικά) και της συμπίεσης των αμοιβών (Bolkestein).
Αντίθετα, η απόφαση της δεύτερης πρόσφατης συνόδου υιοθετώντας την πρόταση Μπράουν, υπό την πίεση των χρηματοπιστωτικών εξελίξεων που έδειξαν με σαφή τρόπο την αναποτελεσματικότητα των μέτρων της πρώτης, καθώς και του σχεδίου Paulson, δεν υπερβαίνει αυτό το πλαίσιο αλλά αφήνει να διαφανεί μια ρωγμή στην ηγεμονική ιδεολογία της αγοραίας ρύθμισης, μετά τα δραματικά αποτελέσματα από την εφαρμογή της νεοφιλελεύθερης αρχής της «απεριόριστης ελευθερίας κίνησης των κεφαλαίων».
Εντούτοις, για τους κυρίαρχους, η κρίση δεν πρέπει να αλλάξει τους κανόνες του παιχνιδιού διότι η κρίση είναι μέσα στους κανόνες και όχι κάτι έκτακτο. Το κράτος συμμετέχει στο παιχνίδι των αγορών με αγοραίους όρους. Και λίγο ενδιαφέρει η επίπτωση της κρίσης στα δημόσια οικονομικά, αλλά οι «στρεβλώσεις» που αυτή θα επιφέρει στον «ελεύθερο ανταγωνισμό». Εξάλλου υπάρχει η «τεχνογνωσία» για τη «δημοσιονομική σταθερότητα»: ισοσκελισμένοι προϋπολογισμοί, πλαφόν στο κρατικό έλλειμμα, όρια στο δημόσιο χρέος. Μάλιστα οι οδηγίες της Ευρωπαϊκής Επιτροπής ήταν ρητές και πρωτότυπες: οι κρατικές ενισχύσεις προς παραπαίουσες τράπεζες θα μετράνε στο χρέος αλλά όχι στο τρέχον έλλειμμα. Ενώ ενισχύσεις στους χαμηλοσυνταξιούχους και άλλες «αντιπαραγωγικές» δαπάνες σύμφωνα με τα ταξικά μαθηματικά τους είναι «ευθέως ελλειμματικές»...
Και φυσικά υπάρχει σημαντική πείρα στον χειρισμό αποκλινουσών συμπεριφορών: ο λογαριασμός θα έρθει στο τέλος με τη μορφή της δημοσιονομικής προσαρμογής που θα αποκαταστήσει αδυναμίες που θα έχουν προκύψει στη διαδικασία αναδιανομής εισοδήματος και ισχύος προς τους «από πάνω».


4. «Δυνατό» κράτος...

Ας πάρουμε για παράδειγμα το αναγκαίο μέτρο προστασίας των καταθετών στις εμπορικές τράπεζες. Από τη μια πλευρά είναι σημαντικό και για τη λαϊκή αποταμίευση να εγγυηθεί το κράτος τις καταθέσεις των πολιτών στις τράπεζες, ένα μέτρο που έχει επισύρει την οργή των απανταχού νεοφιλελεύθερων ιθυνόντων. Υπάρχει όμως ένας κρυφός άγνωστος στην εξίσωση που θα επηρεάσει στο τέλος τον λογαριασμό: η ανάληψη της εγγύησης για όλες τις καταθέσεις είναι μια πρόσθετη υποχρέωση (liability) που αναλαμβάνει το κράτος, γεγονός που θα έχει επίπτωση στην πιστοληπτική του ικανότητα. Οι διεθνείς αξιολογικοί οίκοι, ξέρετε αυτοί που έδωσαν τα αντίστοιχα πιστοποιητικά υγείας στη Lehmann και τους άλλους διεθνείς ασθενείς, θα υποβιβάσουν για τον λόγο αυτό τη σχετική βαθμολογία του (ελληνικού) κράτους, με αποτέλεσμα να αυξηθεί το κόστος δανεισμού. Οι επιπτώσεις του τελευταίου θα φανούν στα ελλείμματα, στο χρέος και την εξυπηρέτησή του, με αποτέλεσμα στο εξαιρετικά εγγύς μέλλον να έχουμε μια ενδιαφέρουσα «επιστροφή» της «φιλολαϊκής πολιτικής»: εισοδηματική «προσαρμογή» ως μέρος ενός «έκτακτου προγράμματος» αντιμετώπισης της κρίσης στα δημόσια οικονομικά μαζί με τις αναγκαίες πρόσθετες προσαρμογές στη φορολογία των μισθωτών που δεν «αποτελούν τη ραχοκοκαλιά της οικονομίας» όπως οι (όποιοι) επαγγελματίες...
Αποθέωση της πολυθρύλητης «επιστροφής του κράτους», αντίδοτο στην «ασυδοσία των αγορών». Με επινοητικότητα και εφευρετικότητα στους πολλούς και διάφορους τρόπους με τους οποίους μπορεί να γίνει η κοινωνικοποίηση των ζημιών, η μεταφορά του κόστους από τις «αποτυχίες των αγορών» στις δυνάμεις της εργασίας ως η άλλη όψη του νομίσματος που συνίσταται στην ιδιωτικοποίηση των κερδών. Μάλλον αυτό εννοούν όταν μιλούν για τον «θρίαμβο των ιδεών των σοσιαλιστών» οι παγκόσμιοι ηγέτες αυτής της συμπαθούς τάξης επαγγελματιών της πολιτικής, που περιφέρουν την αμηχανία τους ανά την υφήλιο για να ψελλίσουν τα φληναφήματά τους μπροστά σε ακροατήρια που δεν θα στέκονταν ούτε σε δευτεροκλασάτες φιλανθρωπικές εκδηλώσεις μεσαίου μεγέθους πόλεων στην πολιτεία της Γιούτα...
«Οι Σοσιαλιστές έχουν ήδη πάρει πρωτοβουλίες [...] ώστε να υπάρξουν νέες πολιτικές, κανόνες λειτουργίας της αγοράς και προστασίας του εισοδήματος των μεσαίων και χαμηλόμισθων οικογενειών. Δεν μπορεί αυτή η κρίση να φορτωθεί στη μεσαία τάξη και στους λιγότερο ευνοημένους», θα μας πει ο Γ. Παπανδρέου μεταφέροντας αυτολεξί την ορολογία και τις ανησυχίες των αμερικανών liberal Democrats. «[...] Όλοι οικειοποιούνται προς όφελός τους τις σοσιαλιστικές αξίες και τις αξίες της Αριστεράς [...] Βλέπουμε ξαφνικά ακόμη και τον κύριο Μπους, που ήταν ο πιο εχθρικός στην κρατική παρέμβαση, να εθνικοποιεί τις τράπεζες και να βρίσκει από τη μια στιγμή στην άλλη 700 δις δολάρια, ενώ δεν τα έβρισκε για να εκτονώσει την παγκόσμια κρίση τροφίμων», θα συμπληρώσει η Σ. Ρουαγιάλ που αυθόρμητα μόνο στον παγκόσμιο καταμερισμό εργασίας βρίσκει κρίσεις και ανισότητες. Για να συμπληρώσει βέβαια ότι «η Αριστερά πρέπει να χειραφετηθεί [...] να προσαρμοστεί και να διαμορφώσει συνθήκες συλλογικής ασφάλειας, ώστε εντός αυτών να ακμάσουν οι ατομικές πρωτοβουλίες». Προσοχή, μήπως από την πολλή συλλογικότητα καταλήξουμε –πάλι – στα γκουλάγκ!
Ένα ερώτημα είναι όμως πραγματικά ενδιαφέρον: Αλήθεια πώς και βρέθηκε όλο αυτό το ρευστό που ματαίως αναζητούσαν οι κυβερνήσεις προηγουμένως και έδειχναν τις άδειες τσέπες τους νουθετώντας μας παράλληλα διότι «τρώμε από τα έτοιμα» και «υποθηκεύουμε το μέλλον» με την «αλόγιστη» και «αντιπαραγωγική» κατανάλωση των χαμηλοσυνταξιούχων που επιμένουν να υπερθερμαίνουν τον πλανήτη καίγοντας άσκοπα πετρέλαιο τον χειμώνα. Ενώ η «παραγωγική» κατανάλωση των επενδυτών και των επιχειρήσεων δίνει φτερά στο σύστημα και τις «αξίες» του!
Εδώ το λιγότερο που αντιλαμβάνεται κανείς από την ίδια τη ρητορική των αξιωματούχων της κυρίαρχης ιδεολογίας είναι η ταξική υφή του ζητήματος. Τα κυριαρχούμενα κοινωνικά στρώματα, οι αδύναμοι, υπεισέρχονται στην εξίσωση ως εξαρτημένες μεταβλητές, ως εξαρτήματα της κεφαλαιακής σχέσης, «μη παραγωγική» κατανάλωση στον κύκλο υπεραξίωσης του κεφαλαίου. Και το κράτος οφείλει να μεριμνά ώστε η πραγματικότητα αυτή να αναπαράγεται συνεχώς, με την πολιτική του να οργανώνει τη συναίνεση και με την «Αριστερά» των σοσιαλιστών να μετράει τις «ευαισθησίες» της...
Το «σύγχρονο δημοκρατικό» κράτος «επιστρέφει» στο νικηφόρο πεδίο του νεοφιλελευθερισμού με προσαρμογές και διευθετήσεις που αναγνωρίζουν την πρωτοκαθεδρία του και εδραιώνουν την ηγεμονία του.


5. ...ή πολιτική για τους «από κάτω»1;

Απέναντι σε αυτές τις εξαιρετικά παλιές και αραχνιασμένες «αξίες της Αριστεράς» που ευαγγελίζονται την ευσπλαχνία του κεφαλαίου προς τους αδύνατους, αρκεί οι τελευταίοι να παραβλέπουν την κακή πραγματικότητα προσβλέποντας σε ένα φωτεινό μέλλον, ως άλλοι πρωτοχριστιανοί απέναντι στα λιοντάρια,
απέναντι στις νεοφιλελεύθερες ρητορείες με «κοινωνικό πρόσωπο» που αμήχανα προπαγανδίζουν οι διψασμένοι για εξουσία εκπρόσωποι των σοσιαλιστών που μοιάζουν ολοένα περισσότερο να έχουν υποστεί μια νεοφιλελεύθερη λοβοτομή,
απέναντι στη διαρκώς και πιεστικότερα διευρυνόμενη παραφιλολογία για «κυβερνητική συμμετοχή» και μοιρασιά των προς διανομή μερισμάτων της κρατικής διαχείρισης, που φουντώνει στο φόντο των εκλογολογικών σεναρίων καθημερινής δημοσκοπίας, με στόχο την προβολή της αδύνατης ευημερίας σε ένα σκηνικό διαρκούς θεσμικής κρίσης νομιμοποίησης των κυρίαρχων επιλογών,
προβάλλει ολοένα επιτακτικότερα το ερώτημα για τα χαρακτηριστικά μιας αριστερής πολιτικής για τους «από κάτω», που να αποκτά «προγραμματικό περιεχόμενο», δηλαδή με απλά λόγια θα στοχεύει σε κάτι περισσότερο από την αυθόρμητη αντίδραση στις οργανωμένες πρωτοβουλίες του αστισμού.
Και αυτό δεν μπορεί να είναι η συμμετοχή σε μια «προοδευτική» κυβέρνηση διαχείρισης των αντιφάσεων του συστήματος και οργάνωσης της συναίνεσης των κυριαρχούμενων στην κατεύθυνση των κελευσμάτων του νεοφιλελευθερισμού.
Ενώ επιβάλλεται να είναι η προσπάθεια διεύρυνσης του «νόμιμου», του «επιτρεπτού», μέσα από δυναμικές δράσεις που εδραιώνουν την πεποίθηση του εφικτού και τη δυνατότητα της νίκης στις δυνάμεις τη εργασίας που βρίσκονται για μια ακόμη φορά στη μέγγενη των αστικών «μονόδρομων».
Μια πρακτική καθημερινή πολιτική για τους «από κάτω», από τους «από κάτω» και με τη συμμετοχή και ενεργοποίηση των «από κάτω».
Μια πολιτική που δεν «προβληματίζεται» για το αν η κρίση είναι εισαγόμενη ή αυτόχθων, για το αν η «οικονομία» αντέχει στους κλυδωνισμούς και έως πότε, για το αν το ποσοστό ανάπτυξης είναι μικρό ή μεγάλο, αν η απορρόφηση των κοινοτικών επιδοτήσεων είναι «ικανοποιητική» ή υστερεί, αν η Ελλάδα προχωράει ικανοποιητικά στο δρόμο της «ανταγωνιστικότητας».
Μια πολιτική που δεν αποβλέπει στην οικοδόμηση της «σύγχρονης κοινωνίας των ίσων ευκαιριών» που στηρίζεται στην επιδίωξη του κέρδους, οδηγεί συστηματικά σε διευρυνόμενα αδιέξοδα, υπονομεύει τα δικαιώματα των πολιτών, υποτάσσοντάς τα στις ανάγκες αξιοποίησης του κεφαλαίου.
Μια πολιτική που αποβλέπει στην ικανοποίηση των αναγκών και όχι στην παραγωγή αξιών με στόχο την ιδιοποίηση κέρδους, διότι οι ανάγκες δεν είναι εμπορεύματα και οι άνθρωποι είναι πάνω από τα κέρδη.
Μια πολιτική που στηρίζεται στην κοινωνική αλληλεγγύη για να μπορέσει να συλλάβει αλλά και να προδιαγράψει τεχνικά την οικονομική διάσταση των λύσεων, ενώ παράλληλα προβάλλει την αναγκαιότητα του κοινωνικού ελέγχου ώστε να έρθει η πολιτική των μαζών στο προσκήνιο.
Μια πολιτική που θα ανασύρει τις έννοιες, αλλά και τις πολιτικές που συνδέονται με αυτές, από την υπαγωγή τους στους μηχανισμούς εξουσίας του σύγχρονου καπιταλιστικού κράτους, τους λαβύρινθους θεσμών, επιτροπών και εκπροσωπήσεων που εγγυώνται την απόλυτη αφλογιστία τους, τη μετατροπή τους σε απονευρωμένο συμπλήρωμα μηχανισμών που παράγουν κέρδος από το εμπόριο των κοινωνικών αναγκών.
Μια πολιτική που θα αναδείξει την αντικειμενικά ανεξάρτητη υπόσταση των αναγκών.


6. Οι ανάγκες αντί για τις αξίες

Σε ποια κοινωνική ανάγκη αποκρίνεται άραγε το «σύμφωνο σταθερότητας», που αυθαίρετα και πέρα από κάθε συγκυρία ορίζει «θέσφατα» πλαφόν για το έλλειμμα και το χρέος; Διότι η «εξυπηρέτηση» του κεφαλαίου είναι προφανής μέσα από την ιδιωτικοποίηση μεγάλων τομέων «προστατευμένης» από το κράτος κοινωφελούς δραστηριότητας που τώρα περνάει στην επικράτεια του καπιταλιστικού ανταγωνισμού. Όσο είναι προφανής και η επιδείνωση των συσχετισμών εις βάρος της εργασίας μέσα από την αλλαγή των εργασιακών σχέσεων και την αναδιανομή του εισοδήματος με τη συμπίεση των μισθών.
Ποια κοινωνική ανάγκη καλύπτει η πολιτική απορύθμισης της κοινωνικής ασφάλισης, η οποία οδηγήθηκε σε μια «εξυγίανση» που συνδυάζει τη μείωση του σημερινού πραγματικού εισοδήματος με την αύξηση των εισφορών, τη μείωση της μέσης διάρκειας της σύνταξης με την αύξηση των ορίων συνταξιοδότησης, και τέλος τη μείωση και των ίδιων των συντάξεων; Καμία, εκτός από την τόνωση των διεθνών κεφαλαιαγορών με τα αποθεματικά των ταμείων μέσα από τη χρήση «σύγχρονων χρηματοοικονομικών προϊόντων» που βρίσκονται στο «ανώτερο επίπεδο» παραγωγής αξίας, με το χρήμα «ελεύθερο» να παράγει νέο χρήμα εκ του μηδενός!
Σε ποια κοινωνική ανάγκη ανταποκρίνονται οι Συμπράξεις Δημόσιου και Ιδιωτικού Τομέα για τη δημιουργία νέων πολυδάπανων υποδομών, οι οποίες στην πλειονότητα των περιπτώσεων όπου δεν υφίστανται ανταποδοτικά τέλη απλώς μεταφέρουν τις υποχρεώσεις στο μέλλον και επιβαρύνουν το κόστος με το κέρδος του ιδιώτη;
Πόσο αποτελεσματική για τον πολίτη είναι η εισαγωγή εταιριών παροχής υπηρεσιών κοινής ωφέλειας στο χρηματιστήριο, όταν αντί για την ευημερία και την κάλυψη των αναγκών του πολίτη το κριτήριο που πρυτανεύει είναι η απόδοση της μετοχής για τους επενδυτές;
Πόσο ανταποκρίνεται στις ανάγκες του εργαζόμενου μια πολιτική που αδυνατεί να διασφαλίσει επαρκείς και προσιτές εναέριες και σιδηροδρομικές συγκοινωνίες, η οποία επιπροσθέτως δεν συνυπολογίζει στα κόστη τις επιπτώσεις στο περιβάλλον από την ολοένα εντεινόμενη ενίσχυση των ιδιωτικών μέσων μεταφοράς;
Ποια κοινωνική ανάγκη καλύπτει η απορύθμιση των ακτοπλοϊκών συγκοινωνιών που έχει φέρει την άγονη γραμμή έξω από τον Πειραιά, στην Κύθνο;
Υπέρ ποίου λειτουργεί τέλος η υποβάθμιση της εργασίας, η εκμετάλλευση των οικονομικών μεταναστών, η επιδεικτική «αδιαφορία» του επίσημου κράτους για την καθημερινή καταπάτηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων που συχνά πληρώνουν με τη ζωή τους την εύκολη κερδοφορία των πλέον καθυστερημένων μερίδων του κεφαλαίου;
Ποια λογική είναι αυτή που αντιμετωπίζει την εργασία ως απλώς ακριβό «συντελεστή παραγωγής» και όχι ως παραγωγό αξιών χρήσης που ικανοποιούν ανάγκες της ζωής;


7. Οι άνθρωποι πάνω από τα κέρδη

Όλα τα παραπάνω συνηγορούν υπέρ μιας ριζικής αναθεώρησης του τρόπου που ασκείται η πολιτική, τεκμηριώνουν την ανάγκη για μια σημαντική και ουσιώδη στροφή στο πρότυπο οργάνωσης και ανάπτυξης της οικονομίας και της κοινωνίας. Με αφορμή τη χρηματοοικονομική κρίση γίνεται φανερό ακόμη και σε όσους έχουν κάθε προδιάθεση να το αγνοήσουν, ότι σήμερα απαιτείται αναπροσανατολισμός από τη λογική της κεφαλαιακής συσσώρευσης και παραγωγής εμπορεύσιμων αξιών προς μια οικονομία των αναγκών.
Η στροφή προς τις ανάγκες προκύπτει και από τα πολλαπλά αδιέξοδα στα οποία καθημερινά οδηγεί η εμμονή στην ένταση της εκμετάλλευσης όλων όσοι μπορούν να υπαχθούν στην ηγεμονία της σχέσης του κεφαλαίου και να στρατευθούν στην παραγωγή εμπορεύσιμων αξιών. Ο πυρήνας αυτής της αλλαγής οφείλει να αναζητηθεί τις ριζικές τομές που πρέπει να γίνουν στη βάση της ίδιας της κοινωνίας, στην παραγωγή.
Μια παραγωγή για τις ανάγκες στη θέση της παραγωγής για το κέρδος.
Μια παραγωγή που θέτει τους ανθρώπους πάνω από τα κέρδη.
Και οι προεκτάσεις που αυτόχρημα έχει μια τέτοια στάση είναι πολλαπλές και πολυσήμαντες, ενώ συνδέονται και με τα αδιέξοδα που διάφοροι φορείς βιώνουν με διαφορετικό, συχνά αντιφατικό, τρόπο.
Συνδέονται με τους αγώνες που γίνονται καθημερινά ενάντια στις τάσεις που διαρκώς υποβαθμίζουν τις δυνάμεις της εργασίας σε ένα απλό εξάρτημα του κεφαλαίου. Αποτελούν εκφάνσεις αυτής της πολιτικής των «από κάτω» που περιγράψαμε σε ό,τι προηγήθηκε, με αφορμή τις μετατοπίσεις που διαγράφονται στο φόντο της διεθνούς χρηματοοικονομικής κρίσης.
Συνδέονται και με τις αγωνίες που έχει σημαντικό τμήμα της κοινωνίας το οποίο ευαισθητοποιείται για το περιβάλλον και αγωνίζεται ενάντια στην άγρια εκμετάλλευσή του, οι συνέπειες της οποίας φαίνεται να είναι πλέον ορατές. Ενώ βρίσκει στήριγμα σε μια πολιτική με βάση τις ανάγκες η οποία αναζητά νέες δημιουργικές ισορροπίες ανάμεσα στην ανθρώπινη ζωή και τη φύση.
Όλοι οι αγώνες που δίνονται δεν πρόκειται όμως να ευοδωθούν αν δεν συγκλίνουν στη βασική θέση ότι οι ανάγκες αποκτούν την πρωτοκαθεδρία πάνω στις αξίες, η κοινωνική αλληλεγγύη αποτελεί βασικό εργαλείο πολιτικής και οδηγό δράσης, ενώ ο κοινωνικός έλεγχος λειτουργεί ως μηχανισμός που διασφαλίζει ότι υπάρχει ζωντανή, διαρκής και απρόσκοπτη επικοινωνία ανάμεσα στους αρχικούς στόχους που διατυπώνονται, το σχέδιο δράσης που εφαρμόζεται και τα αποτελέσματα που προκύπτουν.
Γιατί όλα όσα υποστηρίξαμε σε αυτόν τον «υπέρ αδυνάτου» λόγο σε τούτο το σημείωμα θα παραμείνουν κενό γράμμα αν δεν εναρμονιστούν με τη μια και βασική αρχή:

Ότι οι άνθρωποι είναι πάνω από τα κέρδη.

1 Με δάνεια από την εισήγηση του Β. Αγγελόπουλου στην Κ.Ε. του ΣΥΡΙΖΑ 12-13/7/2008, Εποχή 20/7/2008

Δευτέρα 27 Οκτωβρίου 2008

Μια αιρετική ταξική ερμηνεία της χρηματοπιστωτικής κρίσης (μέσω της παρουσίασης του βιβλίου Forces of Labor)

Γιατί το κεφάλαιο «φεύγει» από την παραγωγή; Γιατί έχει αναπτυχθεί τόσο πολύ το χρηματοπιστωτικό σύστημα; Απαντήσεις μπορούν να δοθούν μόνο αν μελετήσουμε την εξέλιξη της ταξικής πάλης σε παγκόσμιο και διαχρονικό επίπεδο. Και αυτό ακριβώς κάνει το Forces of Labor. Ένα βιβλίο που δυστυχώς δεν έχει ακόμα μεταφραστεί στα ελληνικά αλλά έχει προκαλέσει μεγάλες συζητήσεις σε Αμερική και Ευρώπη.


Forces of Labor: Workers’ Movements and Globalization since 1870
(Δυνάμεις της Εργασίας: Εργατικά Κινήματα και Παγκοσμιοποίηση
από το 1870)

της Beverly Silver.


Η συγκεκριμένη βιβλιοπαρουσίαση είναι εκτενής και καταπιάνεται με το ζήτημα του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου μόνο στο τελευταίο μέρος της, όπως και το ίδιο το βιβλίο. Παρολαυτά, είναι αναγκαίο να μιλήσουμε αναλυτικά για το βιβλίο, καθότι καταφέρνει, με ΕΜΠΕΙΡΙΚΗ-ΙΣΤΟΡΙΚΗ-ΠΑΓΚΟΣΜΙΑΣ ΕΜΒΕΛΕΙΑΣ ανάλυση, όχι μόνο να καταρρίψει πολλούς σύγχρονους μύθους για τη σχέση κεφαλαίου-εργασίας, αλλά ταυτόχρονα να μας δώσει εννοιολογικά όπλα και «προβλέψεις» για τον 21ο αιώνα.

Ας δούμε τα πράγματα από την αρχή. Από τα μέσα της δεκαετίας του ’80 μια ομάδα ερευνητών στο Πανεπιστήμιο του Binghamton στην Αμερική ξεκίνησε να δημιουργεί μια βάση δεδομένων για τους εργατικούς αγώνες. Μια βάση δεδομένων που κάλυπτε όλο τον κόσμο (168 χώρες), από το 1870 και έπειτα. Ως το 1996 συγκέντρωσε 91947 αναφορές εργατικής αναταραχής που αποτέλεσαν την εμπειρική βάση του βιβλίου. Έμφαση δόθηκε στα «κύματα αγώνων», δηλαδή σε στιγμές άμπωτης ή παλίρροιας αγώνων και πως αυτές ταίριαζαν με τις αλλαγές πολιτικής διαχείρισης των εργατικών κινημάτων.
Με αυτή τη βάση δεδομένων, η Beverly Silver (μέλος της ερευνητικής ομάδας που κατέγραψε τους εργατικούς αγώνες) ξεκινά το βιβλίο της θέτοντας σημαντικά ερωτήματα, ερωτήματα που συνδέθηκαν με τη ρητορική της παγκοσμιοποίησης.

Τι είναι πραγματικά «καινούργιο» στον καπιταλισμό σήμερα; Βρισκόμαστε σε μια περίοδο όπου οι παγκόσμιες οικονομικές διαδικασίες μετάλλαξαν τελείως την εργατική τάξη και το έδαφος που πρέπει να λειτουργήσουν τα εργατικά κινήματα; Ή θα πρέπει να περιμένουμε την ανάδυση ξανά σημαντικών εργατικών αγώνων, την αναπαραγωγή των αντιφάσεων στη σχέση κεφαλαίου-εργασίας; Σημαίνει η παγκοσμιοποίηση μια ραγδαία μείωση της δύναμης και των δικαιωμάτων όλων των εργατών του κόσμου; Προωθεί η «παγκοσμιοποίηση» τη δημιουργία μιας εργατικής τάξης που είναι όλο και περισσότερο ομοιογενής, μιας εργατικής τάξης που κλίνει προς το διεθνισμό;

Έχοντας στο νου τέτοια ερωτήματα που απασχολούν τους ριζοσπαστικούς κύκλους, η Silver θέτει πρώτα κάποια στοιχεία της μεθόδου της.

Ξεκινά με τους εργάτες. Από πού αντλούν δύναμη και αγωνίζονται; Η Silver διαχωρίζει τρία είδη δύναμης των εργατών:
α) τη δύναμη-στην-παραγωγή, μέσα-στο-χώρο-δουλειάς (workplace power). Μέσα στην παραγωγή, οι εργαζόμενοι λόγω της αντικειμενικής θέσης τους στον καταμερισμό εργασίας μπορεί να έχουν περισσότερη ή λιγότερη δύναμη. Οι εργαζόμενοι π.χ. σε μια εφημερίδα, δεν έχουν την ίδια δύναμη στο χώρο δουλειάς. Αν οι τυπογράφοι σταματήσουν τη δουλειά, η εφημερίδα δεν θα εκδοθεί. Αν την σταματήσουν οι αθλητικογράφοι, η εφημερίδα θα βγει (το πολύ-πολύ να λείπει το αθλητικό ρεπορτάζ). Από την άλλη μεριά, το σταμάτημα στο τυπογραφείο εμποδίζει τη συγκεκριμένη εφημερίδα να κυκλοφορήσει. Αν οι διανομείς των εφημερίδων σταματήσουν τη δουλειά, όλες οι εφημερίδες δεν κυκλοφορούν. Η δύναμη τους είναι ακόμα μεγαλύτερη.
β) τη δύναμη-στην-αγορά-εργασίας (marketplace power). Οι εργαζόμενοι με σπάνια εξειδίκευση έχουν μεγαλύτερη δύναμη για να διεκδικήσουν. Το ίδιο και οι εργαζόμενοι που δεν αντιμετωπίζουν στον κλάδο τους ανεργία ή αυτοί που μπορούν να βρίσκουν εισόδημα από άλλες μη-μισθωτές εργασίες. Έτσι π.χ. σήμερα στην Ελλάδα, σε μια εταιρεία τηλεπικοινωνίας, άλλη δύναμη-στην-αγορά-εργασίας έχουν οι τεχνικοί δικτύου (σχετικά μη-κορεσμένη εξειδίκευση, χαμηλή ανεργία) και άλλη οι πωλητές των τηλεπικοινωνιακών προϊόντων στα καταστήματα της εταιρείας.
γ) την οργανωτική-δύναμη (associational power) . Εδώ μιλάμε για τη δύναμη που έχουν οι εργαζόμενοι λόγω των σχέσεων, των συλλογικοτήτων που αναπτύσσουν (επιτροπές, σωματεία, κόμματα κτλ.). Μιλάμε για τη μη-δομική δύναμη των εργατών, σε αντίθεση με τις δυνάμεις που περιγράφτηκαν παραπάνω (α και β) που αποτελούν τη δομική δύναμη του εργάτη (βέβαια δομική και μη-δομική δύναμη αλληλοεπιδρούν).

Μετά τις δυνάμεις των εργατών, η Silver ορίζει με συστηματικό τρόπο και τους αγώνες των εργατών. Τους χωρίζει σε δύο μεγάλες κατηγορίες.
Α) «Αγώνες του (Καρλ) Μαρξ», δηλαδή επιθετικοί αγώνες όπου (νέες) εργατικές τάξεις διεκδικούν.
Β) «Αγώνες του (Καρλ) Πολάνυι», αγώνες που κάνουν οι εργάτες για να μη χάσουν προηγούμενα «κοινωνικά συμβόλαια», δικαιώματα. Αυτούς τους αγώνες συνήθως τους ονομάζουμε «αμυντικούς» (και βλέπουμε κυρίως στην Ελλάδα και στο Δυτικό κόσμο σήμερα).

Και οι δύο τύποι αγώνων είναι στην ουσία αντιδράσεις των ανθρώπων απέναντι στην προλεταριακή συνθήκη, δηλαδή τη μετατροπή τους και τη χρήση τους σαν εμπορεύματα -εμπορεύματα στην παραγωγή (η έμφαση του Μαρξ), εμπορεύματα στην αγορά εργασίας (η έμφαση του Πολάνυι). Είναι οι αντιδράσεις αυτών που έχουν προλεταριοποιηθεί εδώ και χρόνια, που ζουν από το μισθό και δύσκολα φαντάζονται την έξοδο από τη μισθωτή εργασία, αλλά και αυτών που έχουν μερικώς προλεταριοποιηθεί ή πρόσφατα προλεταριοποιηθεί και που παλεύουν να ξεφύγουν από την προλεταριακή συνθήκη. Η βάση δεδομένων της Silver δεν περιλαμβάνει αγώνες των φοιτητών, των μη μισθωτών αγροτών, των στρατιωτών, των κομμουνιστών, αναρχικών κτλ. αλλά μόνο εργατών-ανέργων, αυτών δηλαδή που έχουν σχέση με το μισθό. Αυτό μπορεί να ιδωθεί ως αδυναμία αλλά και δύναμη του βιβλίου (ανάλογα την οπτική), η επικέντρωση στη μισθωτή εργασία και στη δύναμη της να επηρεάζει τις παγκόσμιες πολιτικές.

Μετά τους εργάτες, η Silver περνά στην ανάλυση των στρατηγικών του κεφαλαίου. Προτού όμως το κάνει αυτό μιλά για τα δύο είδη κρίσης του ιστορικού καπιταλισμού, του καπιταλισμού έτσι όπως τον έχουμε γνωρίσει εμπειρικά τα τελευταία 150 χρόνια. Έχει διαφανεί λοιπόν το εξής: καθότι το κεφάλαιο είναι κοινωνική σχέση, όταν αναπτύσσεται δημιουργεί εργατικές τάξεις που αργά ή γρήγορα θα διεκδικήσουν και θα προκαλέσουν «κρίση κερδοφορίας» (σκεφτείτε τους αγώνες στην Ελλάδα στη μεταπολίτευση). Οι παραχωρήσεις που θα γίνουν (λόγω των εργατικών απαιτήσεων, του αναβρασμού) δεν μπορούν να διαρκέσουν πολύ (θυμηθείτε τη στροφή του ΠΑΣΟΚ ήδη από το 1985). Τα «κοινωνικά συμβόλαια» πρέπει να σπάσουν, η εργασία να αναδιαρθρωθεί και εντατικοποιηθεί (δεκαετία του ’90). Αυτό δημιουργεί «κρίση νομιμοποίησης» των πολιτικών που ακολουθούνται και αντίσταση («αμυντικοί αγώνες» όλη τη διάρκεια του ’90 και μέχρι σήμερα στην Ελλάδα). Με άλλα λόγια, το κεφαλαίο, ακριβώς επειδή είναι κοινωνική σχέση, δεν μπορεί εύκολα να ξεφύγει από τις αντιφάσεις του: πότε αντιμετωπίζει κρίση νομιμοποίησης, πότε κρίση κερδοφορίας.

Πάμε τώρα στις στρατηγικές/ρυθμίσεις του κεφαλαίου απέναντι στους εργάτες –που τι συμφορά!- αντιδρούν συνέχεια στο να είναι εμπορεύματα. Το κεφάλαιο, για να αντιμετωπίσει τους εργάτες μπορεί:
Α) Να μεταφέρει την παραγωγή (spatial fix), την επιχείρηση, σε χώρες που υπάρχει απουσία αγώνα και διεκδικήσεων, που υπάρχουν πολλά χέρια προς προλεταριοποίηση, που υπάρχει χαμηλό εργατικό κόστος.
Β) Να αναδιαρθρώσει τεχνολογικά την παραγωγή, την επιχείρηση (technological fix),
Γ) Να μεταπηδήσει σε πιο κερδοφόρους, λιγότερο κορεσμένους κλάδους παραγωγής προϊόντων (product fix)
Δ) Να «φύγει» στη χρηματοπιστωτική σφαίρα (financial fix), δηλαδή να πουλήσει μονάδες παραγωγής, να γίνει χρήμα που θα χρησιμοποιείται σε χρηματιστηριακές ή άλλες βραχύβιες επενδύσεις.

Όλες οι παραπάνω ρυθμίσεις ονομάζονται συχνά «αναδιάρθρωση». Το κεφάλαιο όμως έχει και άλλα όπλα. Μπορεί μέσω των συνδικάτων να προωθήσει τον «υπεύθυνο συνδικαλισμό», δηλαδή τον κορπορατισμό, για να ελέγξει τις αντιστάσεις αν αυτές είναι πυκνές (και προτού χρησιμοποιήσει τελικά κάποια από τις τέσσερις παραπάνω στρατηγικές/ρυθμίσεις που «λύνουν» πιο «μακροπρόθεσμα» το πρόβλημα). Μπορεί ακόμα, μέσω του Κράτους, να ρυθμίσει τη ροή της μεταναστευτικής εργασίας προς όφελος του π.χ. φέρνοντας φθηνά εργατικά χέρια και πλήττοντας τους ντόπιους εργάτες ως προς τη δύναμη-τους-στην-αγορά-εργασίας. Μπορεί ακόμα να προωθήσει μέσα στη δουλειά ένα πλήθος διαιρέσεων με βάση το μισθό, το φύλο, την ηλικία, την εξειδίκευση κ.α. Εδώ όμως πρέπει να σταθούμε. Η Silver δείχνει άψογα ότι τόσο «ο υπεύθυνος συνδικαλισμός», η μετανάστευση και κυρίως οι διαιρέσεις, μπορούν να χρησιμοποιηθούν και από τους εργάτες για να αντεπιτεθούν. Ιδιαίτερα αποκαλυπτικό είναι το πώς οι εργάτες -σε αντίθεση με την «ομογενοποίηση» τους που προσδοκούσε ο Μαρξ- αντιδρούν στο να αντιμετωπίζονται όλοι σαν αναλώσιμα γρανάζια, σαν εμπορεύματα, και προσπαθούν να φτιάξουν ταυτότητες που τους διακρίνουν και που τους προστατεύουν υλικά. Ταυτότητες που στηρίζονται στο φύλο, την ηλικία, την εθνικότητα, την εξειδίκευση κτλ. Με λίγα λόγια, οι διαιρέσεις έρχονται και «από κάτω», και όχι μόνο «από τα πάνω».

Παίρνοντας τις 4 βασικές ρυθμίσεις που προωθεί το κεφάλαιο, και τα εμπειρικά δεδομένα των εργατικών αγώνων σε διαχρονικό και παγκόσμιο επίπεδο, η Silver δείχνει τώρα πολλά πράγματα.

Α) Η «μεταφορά» της παραγωγής (spatial fix), του εργοστασίου, «φτάνει» για το κεφάλαιο; Μελετώντας την ηγετική βιομηχανία του 20ου αιώνα, την αυτοκινητοβιομηχανία, η Silver δείχνει πως από εκεί που έφυγαν τα εργοστάσια αποσυντέθηκαν ισχυρές εργατικές τάξεις με ιστορία, αλλά εκεί που πήγαν τα εργοστάσια δημιουργήθηκαν νέες εργατικές τάξεις που προκαλούν πονοκέφαλο στους αυτοκινητοβιομήχανους: από την Αμερική και τον Καναδά ως την Αγγλία, τη Γαλλία, τη Γερμανία, την Ιταλία, και μετά ως την Ισπανία, την Αργεντινή, και έπειτα τη Βραζιλία και τη Ν.Αφρική και τώρα τη Ν.Κορέα, το Β.Μεξικό και την Κίνα, αγώνες ξεσπούν συνέχεια!

Β) Η τεχνολογική αναδιάρθρωση της παραγωγής (technological fix) «φτάνει»; Η Silver σημειώνει ότι, όταν εισήχθη ο φορντισμός και ο ταιηλορισμός, είχαν προκαλέσει κύματα απαισιοδοξίας: λέγονταν ότι «οι εργατικοί αγώνες μας τέλειωσαν», ο παλιός τεχνίτης-εργάτης που έλεγχε την παραγωγή θα αποσυντεθεί και δεν θα μπορούν να γίνουν αγώνες στα «μεγάλα και απρόσωπα» εργοστάσια από τους ανειδίκευτους κτλ. Μόνο εκ των υστέρων διαψεύστηκαν οι «Κασσάνδρες», μόνο εκ των υστέρων ο φορντισμός έγινε «η χρυσή εποχή του εργατικού κινήματος». Σήμερα έχει εισαχθεί -και όσον αφορά την αυτοκινητοβιομηχανία- η just-in-time παραγωγή, η «λιτή» παραγωγή, ο «τογιοτισμός». Πολλά άλλαξαν. Πολλοί άνθρωποι απολύθηκαν και αντικαταστάθηκαν από ρομπότ. Στη Δύση παρέμεινε ένα πολύ εξειδικευμένο προσωπικό, τα «λευκά κολλάρα» της καινοτομίας, και τα άλλα μέρη της παραγωγής δόθηκαν σε εργολάβους (εντός ή εκτός της χώρας) που απασχολούν ένα πλήθος επισφαλών, ανειδίκευτων εργατών -«μπλε κολλάρων». Αλλά και η just-in-time παραγωγή είναι πολύ ευάλωτη. Ειδικά όταν διακόπτεται η μεταφορά (κομματιών των αυτοκινήτων) και η επικοινωνία μεταξύ των διαφορετικών μερών παραγωγής. Η Silver, με παραδείγματα από τη Mitsubishi, τη Ford και τη General Motors, δείχνει ότι η «νέα τεχνολογία» δεν είναι άτρωτη. Εξετάζει επίσης τη σημαντική ιδιαιτερότητα της Ιαπωνίας και το ρόλο της αυστηρά πατριαρχικής οικογένειας στην επιτυχία του «τογιοτισμού».

Γ) Η «μεταπήδηση» σε ένα νέο, μη-κορεσμένο κλάδο παραγωγής προϊόντων (product fix) «φτάνει»; Μπορεί πρόσκαιρα, και μέχρι να συντεθεί μια νέα εργατική τάξη στο νέο, αναπτυσσόμενο κλάδο παραγωγής, το κεφάλαιο να «λύνει τα χέρια του» αλλά αργά ή γρήγορα έρχονται οι αγώνες. H Silver εξετάζει εδώ τη σχέση της υφαντουργίας (ηγετική βιομηχανία του 19ου αιώνα) με την αυτοκινητοβιομηχανία (ηγετική βιομηχανία του 20ου). Δείχνει λοιπόν, με βάση τα παγκόσμια εμπειρικά δεδομένα, ότι: εκεί που το κεφάλαιο «μεταπηδά» από την υφαντουργία στην αυτοκινητοβιομηχανία, εκεί αναπτύσσεται αργά ή γρήγορα η εργατική αντίσταση. Πρώτα η αντίσταση έρχεται στο μέρος που η βιομηχανία πρωτοεμφανίζεται: στην Αγγλία για την υφαντουργία, στην Αμερική για την αυτοκινητοβιομηχανία. Καθότι τα περιθώρια κέρδους είναι υψηλά, στις χώρες που πρωτοαναπτύσσεται η καινοτομία/βιομηχανία οι επιχειρήσεις είναι πιο πρόθυμες να «μοιράσουν την πίτα» και έτσι να ενσωματώσουν τις εργατικές αντιστάσεις αναπτύσσοντας το βιοτικό επίπεδο των εργατών (να ένας καλός -όχι ο μόνος- λόγος που η Αμερική και η Βρετανία δεν γνώρισαν εργατικές επαναστάσεις). Όταν η αγορά του προϊόντος κορεστεί, όταν ο ανταγωνισμός έχει μεγαλώσει πολύ, η εργατική αντίσταση φέρνει πολλά προβλήματα στην κερδοφορία των επιχειρήσεων και είναι πιο πιθανή η καταστολή παρά η ενσωμάτωση (βλ. Κίνα για την υφαντουργία και Ν.Αφρική ή Ν. Κορέα ή Κίνα για την αυτοκινητοβιομηχανία σήμερα).
Και σήμερα; Ποια είναι η ηγετική βιομηχανία του 21ου αιώνα; Εδώ υπάρχει μια ειδοποιός διαφορά με το παρελθόν, επισημαίνει η Silver. Ενώ το 19ο αιώνα η υφαντουργία, και τον 20ο αιώνα η αυτοκινητοβιομηχανία, ήταν ξεκάθαρα οι ηγετικές βιομηχανίες του παγκόσμιου καπιταλισμού, σήμερα υπάρχει μια διάχυση νέων βιομηχανιών όπου καμιά δεν φαίνεται να παίζει τόσο κεντρικό ρόλο στην παγκόσμια παραγωγή. Επίσης: οι νέες βιομηχανίες θυμίζουν περισσότερο την υφαντουργία, δηλαδή δεν έχουν πολύ «ευάλωτο» τεχνικό καταμερισμό εργασίας, όπως η αυτοκινητοβιομηχανία. Η δύναμη-στην-παραγωγή στις νέες βιομηχανίες φαίνεται μειωμένη, και όπως με τους υφαντουργούς κάποτε, μπορεί να αντισταθμιστεί με οργανωτική δύναμη. Η Silver σημειώνει κάποιες από τις ραγδαία αναπτυσσόμενες βιομηχανίες που οι εργάτες φαίνεται να οργανώνονται και να δίνουν απαντήσεις τις τελευταίες δεκαετίες του 20ου αιώνα. Είναι: α) οι μεταφορές (εδάφους, θάλασσας και αέρος) όπως και οι τηλεπικοινωνίες (π.χ. τηλεφωνικά κέντρα) που συνδέουν τα διαφορετικά μέρη της «παγκοσμιοποιημένης» παραγωγής β) τα ηλεκτρονικά προϊόντα, τα προϊόντα πληροφορικής. Ο σχεδιασμός τους και η εμπορία τους λαμβάνει χώρα στις Δυτικές χώρες ενώ η κατασκευή τους (όπως και η μεταποίηση γενικά) στις περιφερειακές χώρες, με αναδυόμενο γίγαντα την Κίνα γ) Οι υπηρεσίες. Ιδιαίτερη άνοδο έχει ο χρηματοπιστωτικός τομέας που περιλαμβάνει ένα πλήθος δουλειών «λευκών κολλάρων» (διαφήμιση, μάρκετινγκ, νομικές υπηρεσίες, λογιστικά κ.α.). Ταυτόχρονα, αναπτύσσονται ραγδαία και ένα πλήθος «προσωπικών» υπηρεσιών από «ροζ και μπλε κολλάρα»: οικιακή φροντίδα/καθαρισμός, επισιτισμός-ψυχαγωγία, φύλαξη κ.α. δ) Η βιομηχανία της εκπαίδευσης (με συνεχή άνοδο σε αγώνες τις τελευταίες δεκαετίες, όπως φανερώνει η βάση δεδομένων αλλά και η εμπειρία μας στην Ελλάδα).

Δ) Πάμε τώρα στη «φυγή» στη χρηματοπιστωτική σφαίρα (financial fix), αυτό που αποκαλύπτεται με τη σημερινή κρίση. Αυτή «φτάνει»; Η Silver μπαίνει εδώ στην ανάλυση της σχέσης μεταξύ εργασίας και των παγκόσμιων πολιτικών που ακολουθούνται. Και δείχνει ότι: αν το τέλος του 19ου και η αρχή του 20ου αιώνα ήταν σε γενικές γραμμές η εποχή των «αγώνων του Μαρξ», των «επιθετικών διεκδικήσεων», της ανόδου των εργατικών αγώνων, της δημιουργίας του μοντέρνου εργατικού κινήματος (και συνάμα η εποχή της Αγγλικής παγκόσμιας ηγεμονίας), το δεύτερο μισό του 20ου αιώνα, από το Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο και μετά, φαίνεται να είναι η εποχή των «αγώνων του Πολυάνι», οι αγώνες που προσπαθούν να διατηρήσουν κεκτημένα κοινωνικά συμβόλαια, οι αγώνες μέσα στην Αμερικάνικη παγκόσμια ηγεμονία αλλά και στην πρωτοεμφανιζόμενη «Παγκόσμια Κοινωνία των Εθνών». Χρειάστηκαν 2 παγκόσμιοι πόλεμοι (που ξέσπασαν μετά από ανοδικούς εργατικούς αγώνες και που στο τέλος τους χαρακτηρίστηκαν πάλι από έντονους αγώνες και επαναστάσεις) για να ανακοπεί η δυναμική του μοντέρνου εργατικού κινήματος. Χρειάστηκαν σημαντικά κοινωνικά συμβόλαια, αμέσως μετά το Β΄ παγκόσμιο πόλεμο, και μια νέα, οικουμενική συνεργασία των Κρατών. Τα συμβόλαια άρχισαν να σπάνε από το ’80 και μετά. Από τότε ακριβώς που το κεφαλαίο -απέναντι σε ένα νέο κύκλο διεκδικήσεων στα τέλη του ’60 και το ’70- ξεκίνησε αυτό «απεργία»: «φυγή» δηλαδή στη ρευστή μορφή του χρήματος. Η «φυγή στο χρήμα» ξεκίνησε το ’70, με τις ΗΠΑ να δανείζουν στον αναπτυσσόμενο κόσμο. Η ροή του χρήματος αλλάζει μέσα στο ’80. Η ΗΠΑ δανείζονται, συγκεντρώνουν το χρήμα, ενώ οι αναπτυσσόμενες χώρες βυθίζονται στην «κρίση του χρέους» και αδυνατούν να καλύψουν τις «υποσχέσεις της εκβιομηχάνισης» στους πολίτες τους. Όλοι οι αγώνες από το ’90 και μετά (από την Κίνα ως το Μεξικό, από την Αργεντινή του 2001 ως τη Γαλλία του CPE) είναι στην πλειοψηφία τους «αγώνες του Πολυάνι», και μια «κρίση νομιμοποίησης» του ιστορικού καπιταλισμού λαμβάνει σήμερα χώρα («κρίση του νεοφιλελευθερισμού» όπως την ονομάζουν).

Η Silver αναρωτιέται: ο φιλελευθερισμός και η «πολιτική του χρήματος» δεν είναι κάτι καινούργιο. Συνέβη και στο τέλος του 19ου αιώνα. Όμως το εργατικό κίνημα αναδύθηκε. Θα συμβεί το ίδιο και τώρα; Μέχρι τώρα η κρίση του παγκόσμιου εργατικού κινήματος φαίνεται πιο βαθιά. Ποιες οι διαφορές με το παρελθόν; Μία από αυτές είναι ίσως η μείωση -στις νέες ηγετικές καπιταλιστικές βιομηχανίες- της δομικής δύναμης των εργατών και η έλλειψη μιας νέας οργανωτικής απάντησης. Όμως η Silver στρέφει κυρίως το βλέμμα της στην «πολιτική μεταξύ των Κρατών» και στην «πολιτική του πολέμου». Και βλέπει σημαντικές διαφορές σε σχέση με την πρώτη περίοδο φιλελευθερισμού (τέλος του 19ου-αρχές 20ου αιώνα).

Συγκεκριμένα:
Η σημερινή «πολιτική του χρήματος», κατά την οποία μεταφέρονται πολύ μεγαλύτερα κεφάλαια απ’ ότι τον 19ο αιώνα σε παγκόσμιο επίπεδο, λαμβάνει χώρα υπό διαφορετικές διεθνείς ισορροπίες μεταξύ των κρατών. Μετά τον «πρώτο φιλευθερισμό» που οδήγησε σε όξυνση της ταξικής πάλης, μεγάλους ανταγωνισμούς μεταξύ των εθνών-κρατών και παγκόσμιο πόλεμο, δόθηκε έμφαση σε μια παγκόσμια τάξη και ισορροπία υπό την ηγεμονία των ΗΠΑ. Το κεφάλαιο έμαθε. Έμαθε πως μπορεί να είναι προς το συμφέρον του να επιδιώκει τη διεθνική συνεργασία. Και τα κράτη προχώρησαν. Έμαθαν να μην προκαλούν πολέμους που εμπλέκουν άμεσα πολλούς υπηκόους τους (διότι αυτοί -όπως ιστορικά αποδείχτηκε- μπορεί να εξεγερθούν εναντίον τους). Πράγματι, η Silver δείχνει εύκολα -με τα παραδείγματα από Βιετνάμ, Ιράκ, νησιά Φόκλαντ κ.α.- ότι οι πόλεμοι μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο προσπαθούν να γίνονται με τεχνολογικά μέσα, «αυτοματοποιημένοι», με την όσο δυνατόν λιγότερη συμμετοχή -και σφαγή- ανθρώπων/πολιτών/εργατών (τουλάχιστον από τις μεγάλες δυνάμεις -Αμερική, Ρωσία, Αγγλία, Γερμανία κτλ.- που έχουν την κατάλληλη τεχνολογία). Αυτοί οι πόλεμοι είναι πολύ διαφορετικοί από αυτούς που ριζοσπαστικοποίησαν τους εργάτες στο πρώτο μισό του 20ου αιώνα. Είναι πόλεμοι που δεν θέλουν να εμπλέξουν μεγάλες μάζες του πληθυσμού των δυτικών, αναπτυγμένων δυνάμεων. Αλλά ούτε και να εξοντώσουν πλήρως τους ανθρώπους των «αδύναμων χωρών». Προκαλούν μεγάλες ζημιές στις οικονομικές υποδομές των αναπτυσσόμενων χωρών έτσι ώστε να διαλυθούν ισχυρές τοπικές εργατικές τάξεις (π.χ. σκεφτείτε σε Ιράκ και Γιουγκοσλαβία). Είναι πόλεμοι ενάντια σε ότι χτίζει την υποκειμενικότητα του εργάτη (σε Δύση και Ανατολή) παρά στην ίδια του τη ζωή (χωρίς να υποτιμούμε ότι χάνονται άνθρωποι).

Η θέση της Silver -ότι «το διαφορετικό διεθνές διακρατικό/πολεμικό περιβάλλον» παίζει ρόλο- είναι πολύ εύστοχη. Πράγματι, αυτό που βλέπουμε σήμερα εμείς -μια ενορχηστρωμένη προσπάθεια των κεντρικών τραπεζών ΟΛΩΝ των κρατών για διάσωση του χρηματοπιστωτικού συστήματος- ήταν αδιανόητο στις αρχές του 20ου αιώνα και επιβεβαιώνει τη θέση της Silver για τη σημασία της διακρατικής συνεργασίας στην άμβλυνση των αντιφάσεων της σχέσης κεφάλαιο. Φαίνεται εντυπωσιακό πως μέσα στην κρίση η ιαπωνική, η κινέζικη, η νοτιοκορεάτικη, οι αραβικές κ.α. κεντρικές τράπεζες δεν ζητάνε από τις ΗΠΑ τα χρωστούμενα ή έστω δεν τις παρέχουν άλλα κεφάλαια και εμπορεύματα. Η οικονομία των ΗΠΑ όμως πρέπει να συνεχίσει να παίζει το ρόλο του υποδοχέα κεφαλαίων-επενδύσεων-εμπορευμάτων, το ρόλο της «ατμομηχανής» για να συγκρατηθεί η παγκόσμια κυριαρχία, όχι πάνω στις χρηματοπιστωτικές αγορές, αλλά βαθύτερα, στις δυνάμεις της εργασίας. Ο τρόμος της ύφεσης δεν είναι παρά φόβος πιθανής εξέγερσης των «από κάτω» (βλ. π.χ. και τη μαρτυρία Αμερικάνου γερουσιαστή ότι απειλήθηκε στρατιωτικός νόμος στις ΗΠΑ αν δεν περνούσε το σχέδιο Πόλσον στο http://indy.gr/newswire/psifizete-to-kse3c7reoma-tha-kiry3c7tei-stratiotikos-nomos ).

Σε αυτό το σημείο όμως διαφαίνεται και ένα μειονέκτημα -κατά εμάς- της προσέγγισης της Silver. Αν και όλο το βιβλίο βρίθει στη σύνδεση ταξικής πάλης και διεθνών πολιτικών, το «συστημικό» σχήμα της Silver δεν δίνει την πρωτοκαθεδρία (ή καλύτερα την πρωτοβουλία των κινήσεων) στην εργατική αντίσταση. Και έτσι: α) στην ανάλυση της για την «αντεπανάσταση» του νεοφιλελευθερισμού το ’80, βλέπει τις αλλαγές στις κρατικές οικονομικές πολιτικές ως κάτι που μπορεί να συμβεί -σχετικά αυτόνομα- «από τα πάνω». Δεν τις ερμηνεύει ως ξεκάθαρο προϊόν της εργατικής αντίστασης το ’60 και το ’70, ως «εξέγερση μέσα στο κοινωνικό συμβόλαιο», στο New Deal, ως «αγώνες του Μαρξ και όχι του Πολυάνι» β) Αφήνει ανοιχτό το περιθώριο να ερμηνευτεί η σημερινή χρηματοπιστωτική κρίση οικονομίστικα, ως «απόρροια των ατσαλένιων οικονομικών νόμων». Τα δύο παραπάνω συμπεράσματα έχουν να κάνουν με μια αδυναμία της βάσης δεδομένων της Silver και αυτή είναι η…


Η υποτίμηση των «αθόρυβων» αντιστάσεων και των «άμισθων» κινημάτων
στο δεύτερο μισό του 20ου αιώνα

Πως «ξέσπασε» η σημερινή κρίση; Πως οδηγούμαστε όλο και περισσότερο στην ύφεση; Φταίνε οι κερδοσκόποι της ελεύθερης αγοράς; Φταίνε οι πολιτικοί που επέτρεψαν την απορρύθμιση της (χρηματοπιστωτικής) αγοράς; Είναι μήπως οι «ατσαλένιοι νόμοι» της οικονομίας που οδήγησαν στην κρίση, οι «δομικές αντιφάσεις του καπιταλισμού»; Ή μήπως η κρίση είναι απόρροια της ταξικής πάλης - για την ακρίβεια, της εργατική αντίστασης που υπάρχει ακόμα και σήμερα με μη-συνηθισμένες μορφές;

Εδώ μπαίνουμε -μέσα από το Forces of Labor- στο ξεπέρασμα του. Στο βιβλίο, και ειδικά στο Παράρτημα, δίνεται ο (πραγματικά πολύ πιο δύσκολος απ’ όσο νομίζουμε) ορισμός της εργατικής αναταραχής. Εκεί επισημαίνεται ότι η βάση δεδομένων στηρίχτηκε σε αγώνες της μισθωτής εργασίας (και όχι φοιτητικούς, αγροτικούς, οικολογικούς αγώνες κτλ.) που ήταν:
α) παρατηρήσιμοι αγώνες, που ήταν δηλαδή συνειδητές, ανοιχτές, δημόσιες πράξεις αντίστασης ή β) πράξεις «κρυμμένης» αντίστασης που ήταν όμως πολύ διαδεδομένες, συλλογικές πράξεις που «έπιασαν» οι εφημερίδες (π.χ. μαζικές απουσίες από τη δουλειά στις Σοβιετικές επιχειρήσεις το ’70 και το ’80). Στο Παράρτημα αναφέρονται και άλλες πράξεις «αντιφατικής» αντίστασης, πράξεις δηλαδή που μπορούν να ερμηνευθούν με δύο τρόπους: κάποια στιγμή μπορεί να είναι αντίσταση στη μισθωτή συνθήκη, κάποιες φορές προσαρμογή στη δυσάρεστη θέση να είσαι εμπόρευμα π.χ. χρήση αλκοόλ. Μια τέτοια «αντιφατική» πράξη, το δανεισμό, θα τον δούμε παρακάτω. Γενικά, μπορούμε να θεωρήσουμε -αν σκεφτούμε ότι η βάση δεδομένων της Silver στηρίχτηκε σε εφημερίδες- ότι οι πράξεις «κρυμμένης» ή «παθητικής» ή «αθόρυβης» αντίστασης είναι υποτιμημένες σε όσα μας παρουσιάζει η συγγραφέας. Αυτές οι πράξεις όμως -σε συνδυασμό με ένα πλήθος ανοιχτών αγώνων (συνήθως αμυντικών, πιο σπάνια επιθετικών) από το ’80 και μετά, μπορούν να μας εξηγήσουν τη σημερινή χρηματοπιστωτική κρίση. Συγκεκριμένα:

Α) Ως προς τους ανοιχτούς αγώνες. Μετά το ’60 πολλαπλασιάστηκαν οι πράξεις αντίστασης που είχαν να κάνουν με το φοιτητικό, οικολογικό, γυναικείο κίνημα κτλ. και οι οποίες είχαν ταξικό περιεχόμενο αν και έγιναν από «άμισθα» κοινωνικά κομμάτια. Η ταξική μάχη μεταφέρθηκε δηλαδή και σε πεδία έξω από την άμεση παραγωγή. Η βάση δεδομένων της Silver δεν «πιάνει» αυτούς τους αγώνες –που πολλοί συνεχίστηκαν και μετά το ’80 και γίνονται μέχρι και σήμερα (σκεφτείτε λίγο τους αγώνες που βλέπουμε στην Ελλάδα, από το φοιτητικό κίνημα ως τις μάχες των ΧΥΤΑ). Έτσι, η «νεοφιλελεύθερη αντεπανάσταση» του ’80 μπορεί να ερμηνευθεί από τη Silver σαν κάτι που προήλθε «από τα πάνω». Επίσης, η Silver δεν «πιάνει» ένα πλήθος αγώνων από αυτό-απασχολούμενους αγρότες που μέχρι σήμερα εναντιώνονται σφοδρά στην προλεταριοποίηση τους. Αυτοί οι (αμυντικοί συνήθως) αγώνες αναπτύχθηκαν πολύ το ’80 και το ’90, ιδιαίτερα στον παγκόσμιο Νότο. Η σημασία αυτών των αγώνων π.χ. στην πρόσφατη κρίση (άνοδο) των τιμών των τροφίμων, είναι πάρα πολύ μεγάλη, όπως αναλυτικά δείχνει ο George Caffentzis σε πρόσφατο άρθρο του που μεταφράστηκε στα ελληνικά (δες http://mutantjazs.blogspot.com/2008/10/blog-post_05.html ).
Τέλος, υπάρχουν (ακόμα) επιθετικοί αγώνες των μισθωτών εργατών (πέρα από το πλήθος αμυντικών αγώνων που όλοι βλέπουμε π.χ. ενάντια στις «ιδιωτικοποιήσεις»). Όμως πολλοί από αυτούς τους επιθετικούς αγώνες γίνονται σε «μακρινά» μέρη και σπάνια φτάνουν στο πεδίο ενημέρωσης μας για να μας βοηθήσουν να καταλάβουμε το τι συμβαίνει. Επιγραμματικά αναφέρουμε τις 30.000 διαδηλώσεις (!) που καταγράφηκαν επίσημα στην Κίνα το 2000 (πηγή: το βιβλίο της Silver), όπως και τους πολύ σημαντικούς αγώνες των μεταναστών εργατών στις ΗΠΑ τα τελευταία χρόνια που ανάγκασαν μέχρι και τη «λευκή» αμερικάνικη ομοσπονδία εργασίας, την AFL-CIO, να δεχτεί τους μετανάστες εργάτες στους κόλπους της και να τους στηρίξει (κάτι που δεν έκανε στις αρχές του 20ου αιώνα και που ήταν ένας βασικός λόγος για την εμφάνιση των ριζοσπαστών Βιομηχανικών Εργατών του Κόσμου-IWW, των Wobblies!!).

Β) Ως προς τις «κρυμμένες», «αθόρυβες» και «αντιφατικές» αντιστάσεις. Αυτές υπάρχουν και παίρνουν μορφές που συνήθως δεν τις κατονομάζουμε ως «αντίσταση».

Παραδείγματα από τον αναπτυγμένο κόσμο:
1) Σκόπιμη εναλλαγή στις εργασίες (workers’ turnover): η κινητικότητα προωθήθηκε από το κεφάλαιο αλλά χρησιμοποιείται και από πολλούς εργαζόμενους ως αντίδραση σε κακές εργασιακές συνθήκες, ως πράξη άρνησης στην υποτίμηση του βιοτικού επιπέδου. Η Silver μιλά και αυτή για τη σημασία του turnover ως προσπάθεια αντίστασης στην προλεταριακή συνθήκη. Αυτή η εναλλαγή σημαίνει…

2) Μειωμένη εργασιακή ηθική και μειωμένη παραγωγικότητα. Μπορεί οι αστοί οικονομολόγοι να μιλούν για αυξημένη παραγωγικότητα αλλά απ’ ότι φαίνεται δεν ισχύουν τα «ευχολόγια» τους[1]. Η παραγωγικότητα και τα αυξημένα ποσοστά κέρδους παραμένουν συνεχώς ένα επίδικο ζήτημα για το κεφάλαιο από το ’70 και μετά. Και συγκεκριμένα:
α) η παραγωγικότητα. Παρακάτω ακολουθεί ένας ενδεικτικός πίνακας για την Ελλάδα και την Ευρώπη. Δείχνει τις μεταβολές στην παραγωγικότητα της εργασίας από το 1961 ως το 2005. Προσέξτε την «κάθοδο» της παραγωγικότητας της εργασίας στην Ευρώπη των 15 από το ’70 και μετά. Η ανοδική τροχιά της παραγωγικότητας της εργασίας στην Ελλάδα (από το ’96 και μετά) οφείλεται κυρίως στην αύξηση των επενδύσεων μηχανολογικού εξοπλισμού, που είναι η μεγαλύτερη σε ρυθμό αύξηση από κάθε άλλη χώρα στην ΕΕ. (Πηγή των στοιχείων και του πίνακα: «Συσσώρευση και κερδοφορία του κεφαλαίου στην Ελλάδα, 1964-2004», Η.Ιωακείμογλου & Γ.Μηλιός, Περιοδικό Θέσεις, τ.91, Απρίλιος-Ιούνης 2005).


β) Η κερδοφορία. Η θέση ότι η κερδοφορία «έχει πρόβλημα» φαίνεται πολύ οξύμωρη, ειδικά στην Ελλάδα που βλέπουμε ρεκόρ-κερδών. Πρέπει να πούμε τα εξής: καταρχήν, ναι, υπάρχει κερδοφορία από το ’96 και μετά.στην Ελλάδα και μάλιστα μεγάλη, κερδοφορία που έφτασε τα επίπεδα του μέσου όρου της περιόδου 1961-1973 (και υπολείπεται μόνο την περίοδο 1969-1976. Πηγή: «Συσσώρευση και κερδοφορία του κεφαλαίου στην Ελλάδα, 1964-2004», Η.Ιωακείμογλου & Γ.Μηλιός, Περιοδικό Θέσεις, τ.91, Απρίλιος-Ιούνης 2005). Και ο ρυθμός αύξησης του ΑΕΠ και των κερδών τα τελευταία 12 χρόνια είναι πολύ μεγαλύτερος απ΄ ότι στην Ευρώπη π.χ. το ΑΕΠ αυξήθηκε με ρυθμό 4,1% το 2007 (ενώ στην EΕ με 2,6%) και τα κέρδη των εισηγμένων στο Χρηματιστήριο με ρυθμό 39% (ενώ στην Ευρώπη αυξήθηκαν με ρυθμό 8-10%. Πηγή: Ελευθεροτυπία, 1/4/2008). Υπάρχουν αυξημένα κέρδη λοιπόν. Για να δούμε όμως πιο προσεκτικά από πού προέρχονται αυτά τα κέρδη-ρεκόρ, π.χ. τα κέρδη του 2007: τα μισά κέρδη (5,7 δις. από τα 11,,3 δις.συνολικά) προέρχονται από το χρηματοπιστωτικό τομέα, από τους τόκους που κερδίζουν οι τράπεζες, από τις χρηματιστηριακές επενδύσεις που κάνουν κτλ. Αν εξαιρέσουμε τις τράπεζες, τα κέρδη μειώνονται περίπου στο μισό (5,6 δις) και ο ρυθμός αύξησης των κερδών μειώνεται στο 16,5%. Αν δε βγάλουμε εκτός παιχνιδιού τις εταιρείες που άμεσα ή έμμεσα ελέγχονται από το Κράτος (που έχουν κέρδη 2,8 δις) και πάμε στους ιδιώτες καπιταλιστές, τα κέρδη βρίσκονται στα 2,8 δις. Αυτά σύμφωνα με τα στοιχεία της ΑΧΕΠΕΥ Πήγασος. Ανάλογα αποτελέσματα δείχνει και η πανελλαδική έρευνα της STATBANK στις 17/6/2008 (www.statbank.net) για το 2007 που έγινε σε 1700 μεγάλες βιομηχανικές επιχειρήσεις: οι πωλήσεις αυξήθηκαν κατά 8,8%, τα κέρδη κατά 15% και το μέσο περιθώριο καθαρού κέρδους διαμορφώθηκε σε 5,6%.
Τώρα: η ίδια έρευνα, όπως και άλλες π.χ. της ICAP, δείχνουν ότι τα κέρδη κατανέμονται σε ένα πλήθος μεγάλων επιχειρήσεων. Αντίθετα, η συντριπτική πλειοψηφία των επιχειρήσεων (ποσοστό 77,7%), δήλωσε στην εφορία φορολογητέα κέρδη μικρότερα από 22.010 ευρώ – το ετήσιο εισόδημα 2 μισθωτών που παίρνουν 14 μισθούς των 750 ευρώ!! (πηγή: Ημερησία, 22/8/2008). Αναμφίβολα υπάρχει μεγάλη φοροδιαφυγή (για να δηλώνουν 3 στις 4 επιχειρήσεις τόσο μικρά κέρδη), αλλά όλες οι εκθέσεις δείχνουν εδώ και χρόνια ότι στην ουσία την κερδοφορία την «τραβούν» ορισμένοι συγκεκριμένοι «μεγάλοι παίχτες» σε κάθε παραγωγικό κλάδο. Όχι. Δεν μιλάμε εδώ για μια θεωρία μονοπωλίων. Απλά θέλουμε να πούμε ότι η μεγάλη κερδοφορία της Ελλάδας δεν αφορά την πλειοψηφία των επιχειρήσεων που «κοπιάζουν» να βγάλουν υπεραξία. Και μη ξεχνάμε ότι η σημερινή αυξημένη κερδοφορία στηρίζεται και σε φοροαπαλλακτικά μέτρα (όπως π.χ. η σταδιακή μείωση του συντελεστή φορολόγησης των επιχειρήσεων από 35% το 2004 σε 25% το 2007) και στη κερδοσκοπία στη βάση της αύξησης των τιμών (τροφίμων, πετρελαίου κτλ.).
Εν κατακλείδι: η «αυξημένη κερδοφορία» είναι γεγονός (τουλάχιστον για την Ελλάδα), αλλά στηρίζεται και σε παράγοντες (χρηματοπιστωτικό σύστημα, φοροαπαλλαγές, κερδοσκοπία στις τιμές) που φανερώνουν ότι ο «βαθμός εκμεταλλευσιμότητας της εργατικής τάξης» δεν είναι ικανοποιητικός, ότι υπάρχει μια κρίση: κρίση υπερσυσσώρευσης θα την έλεγαν οι παραδοσιακοί μαρξιστές, κρίση στο ότι υπάρχουν (χρηματικά) κεφάλαια που δεν υπεραξιώνονται αρκετά και πρέπει να εκκαθαριστούν. Κρίση στο βαθμό εκμεταλλευσιμότητας της εργατικής τάξης, θα την λέγαμε εμείς, κρίση λόγω (συνειδητής ή ασυνείδητης, δημόσιας ή αθόρυβης) απροθυμίας των εργατών να υποτιμήσουν τη ζωή τους και άλλο, κρίση που αναγκάζει το χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο να δανείζει συνεχώς στις επιχειρήσεις και να προσδοκά την «ικανοποιητική αξιοποίηση» της εργασίας (και απόδοση των δανεικών) στο μέλλον (και όχι στο παρόν)…
Πάμε τώρα λοιπόν σε μια τρίτη πράξη «αντιφατικής» και «αθόρυβης» αντίστασης…

3) Αντικατάσταση του μισθού/δημόσιων παροχών με δάνεια. Προωθήθηκε «από τα πάνω» για να ατομικοποιηθούν και να πειθαρχήσουν περισσότερο οι εργάτες, να γίνουν δηλαδή πιο παραγωγικοί («Ποια απεργία; Πρέπει να δουλέψω για να ξεπληρώσω το σπίτι»), αλλά χρησιμοποιείται πια και «από τα κάτω»: «δεν μπορώ να ζήσω όπως ζούσα, ε θα δανειστώ και θα δούμε πως και πότε θα τα επιστρέψω». Δηλαδή μπορεί το Κράτος Πρόνοιας να υποχώρησε και να φαίνεται μια υποτίμηση του εισοδήματος, αλλά αυτό δεν ίσχυσε για όλους τους εργαζομένους και κυρίως για αυτούς που είχαν τις ελάχιστες προϋποθέσεις για δανεισμό π.χ. μια δουλειά (και όπως μας φανερώνουν και τα δάνεια που δίνονταν στις ΗΠΑ, τελικά πολλοί μπορούσαν να έχουν πρόσβαση!!). Ο νεοφιλευλεθερισμός δεν σήμανε δηλαδή την κατακόρυφη πτώση των δικαιωμάτων των εργατών της Δύσης. Δεν έγινε μια τόσο μεγάλη στροφή στο βιοτικό επίπεδο της Δύσης για να φτάσουμε σε προπολεμικά επίπεδα, σε επίπεδα του «πρώτου φιλελευθερισμού». Ο «δανεισμός» (από τις τράπεζες) αντικατέστησε το «εισόδημα» (από τον εργοδότη ή/και το Κράτος) για να στηριχτεί η (αναγκαία) ζήτηση/κατανάλωση. Ο δανεισμός προωθήθηκε για να «ατομικοποιήσει» τον εργάτη, αφού ο μισθός και η δημόσια/κοινωνική παροχή ήταν κάτι που τον ενοποιούσε σαν κοινωνικό υποκείμενο (όπως έδειξαν οι αγώνες του ’60-’70 και πιο πριν), αλλά αυτή η στρατηγική «έσκασε» σήμερα (με την αδυναμία αποπληρωμής των στεγαστικών δανείων στις ΗΠΑ). Ο εργάτης αρνήθηκε (ή δεν μπόρεσε) να δουλεύει σαν πειθαρχημένος σκύλος για να ξεχρεώσει τα δάνεια. Έσκασε η στρατηγική της «φυγής» στη χρηματοπιστωτική σφαίρα, η χρήση της «πολιτικής του χρήματος» για να ρυθμιστεί ο ταξικός ανταγωνισμός και η κερδοφορία. Το financial fix έχει και αυτό τα όρια του, δεν λύνει το πρόβλημα της «ανεπαρκούς» εκμεταλλευσιμότητας της παγκόσμιας εργατικής τάξης (και κυρίως των εργατικών τάξεων των δυτικών χωρών).

Δεν λέμε φυσικά ότι το κεφάλαιο «δεν κερδίζει» σήμερα και πόσο μάλλον πως δεν «ωρίμασε» στον 20ο αιώνα. Ωρίμασε και παραωρίμασε και αυτό φαίνεται και από τον τρόπο διαχείρισης της χρηματοπιστωτικής κρίσης (δεν διστάζει π.χ. να εθνικοποιήσει τράπεζες αν είναι αναγκαίο), φαίνεται από το ότι χρησιμοποιεί πιο-γρήγορα-και-εύκολα, συνδυασμένα, όλα τα όπλα του: μεταφορά της παραγωγής + τεχνολογική αναδιάρθρωση + καινοτομία/μεταπήδηση σε νέα προϊόντα + «φυγή» στο χρήμα + χάραξη πολλαπλών διαιρέσεων μέσα στους εργαζόμενους + πιο συστηματικό έλεγχος της ροής μετανάστευσης + πιο επιλεκτική χρήση του κορπορατισμού/ενσωμάτωσης και της καταστολής.
Το ότι όμως το κεφάλαιο είναι αναγκασμένο να κινείται πιο συνδυασμένα και πιο «προσεκτικά», με έμφαση στη χρηματοπιστωτική σφαίρα, φανερώνει και την αδυναμία του: καμιά στρατηγική του μεμονωμένα δεν του εξασφάλισε την «εργασιακή ειρήνη», όλες οι στρατηγικές του έχουν όρια. Και αυτό δείχνει τελικά και η χρηματοπιστωτική κρίση, η κρίση στην πιο σημαντική ίσως στρατηγική του ως σήμερα, στη «φυγή» από την παραγωγή, στη «μετάλλαξη» των εργατών από μισθωτούς που διεκδικούνε (συλλογικό υποκείμενο) σε πειθαρχημένους δανειολήπτες (ατομικοποιημένα υποκείμενα που όμως ΜΑΖΙΚΑ δεν τα κατάφεραν να πειθαρχήσουν και να αποπληρώσουν τα δάνεια!).

Τέλος. Πολλοί λένε σήμερα ότι είναι ιστορική ευκαιρία για να ξεκινήσει μια αντεπίθεση της εργατικής τάξης. Από την «αθόρυβη» αντίσταση και τους αμυντικούς αγώνες να περάσει η εργατική τάξη σε ανοιχτούς, επιθετικούς αγώνες. Να αμφισβητήσει «τον σοσιαλισμό των αστών», να αμφισβητήσει τη «μοναδική διέξοδο» των δανείων, να αμφισβητήσει τη λογική των «ιδιωτικοποιήσεων», να προωθήσει με γνώμονα τις δικές της ανάγκες και επιθυμίες τη δικιά της «αθέτηση του Συμφώνου Σταθερότητας» (που εισηγείται από-τα-πάνω η Κομισιόν για να δοθούν χρήματα στις ευρωπαϊκές τράπεζες). Σωστά όλα αυτά αλλά η ανασύνθεση της (παγκόσμιας ή ευρωπαϊκής ή τοπικής) εργατικής τάξης δεν μπορεί να γίνει μόνο με διαπιστώσεις περί ιστορικών ευκαιριών, με φορμαλισμούς, με «νέα προγράμματα πάλης» που «ανταποκρίνονται στη συγκυρία». Είναι πολύ πιο σύνθετο φαινόμενο το να γίνουν οι μισθωτοί εργάτες ξανά συλλογικό υποκείμενο επιθετικών αγώνων. Ας σκεφτούμε μόνο ότι στην Ελλάδα, με τη σφοδρή αναδιάρθρωση μέσα στο ’90, έχει δημιουργηθεί μια εργατική τάξη κατά βάση νέα: νέα σε πρόσωπα (μετανάστες, γυναίκες, νέοι εργαζόμενοι) και εμπειρίες αγώνα, η οποία δουλεύει σε ραγδαία αναπτυσσόμενους (και μεταλλασόμενους) κλάδους του τριτογενή τομέα που υπάρχει μικρή κληρονομιά αγώνων (πληροφορική, τηλεπικοινωνίες, επισιτισμός-ψυχαγωγία, ταχυμεταφορές, χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες κ.α.). Μια τάξη που καλά-καλά δεν γνωρίζουμε, δηλαδή τις συμπεριφορές της, τις αντιστάσεις της, τα επίδικα ζητήματα που αναδεικνύει. Οι επιθετικοί αγώνες δηλαδή δεν θα «βγουν» τόσο απλά. Πόσο μάλλον που το κεφάλαιο θα χρησιμοποιήσει την κρίση και το κύμα ύφεσης εις βάρος των εργατών. Δεν είναι μόνο οι απολύσεις που ήδη ανακοινώνονται, η αύξηση της ανεργίας, οι πιέσεις στην αγορά εργασίας. Δεν είναι μόνο το γεγονός πως θα επιδιωχτεί οι φορολογούμενοι να πληρώσουν τα «σπασμένα» των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων. Το κεφάλαιο θα προχωρήσει παραπέρα. Θα ξεδιαλύνει με τους «αντιπαραγωγικούς», «μικρούς παίχτες» (ήδη π.χ. η Πειραιώς κινήθηκε να εξαγοράσει την τράπεζα Proton -τελικά δεν συνέβη- και η MIG του Βγενόπουλου κινείται επιθετικά) και κυρίως θα προσπαθήσει να κάνει πιο υποτακτικούς και παραγωγικούς εκείνους τους εργάτες που απειλείται η δουλειά τους, ο μισθός τους, και η πρόσβαση τους σε δάνεια, στο «ιδιωτικοποιημένο Κράτος Πρόνοιας»: θα επιτεθεί δηλαδή και στα άλλα «2/3 της κοινωνίας», στους «μη-αποκλεισμένους», σε αυτούς που ακόμα δεν έχουν υποταχθεί όσο πρέπει. Θα επιδιώξει μια νέα αφοσίωση, μια νέα, μεγαλύτερη καθυπόταξη.

Αντιγράφουμε από το οικονομικό ένθετο της Καθημερινής στις 19/10, από το άρθρο «Κρίσιμος ο ρόλος των μάνατζερ σε περιόδους κρίσης»: Ετσι, αυτές τις μέρες έχουν «ανάψει οι κονδυλοφόροι» των ειδικών του μάνατζμεντ με άρθρα και συμβουλές για το ρόλο των μάνατζερ και των επικεφαλής ομάδων εργαζομένων, ώστε όχι μόνο να υποστηρίξουν το ηθικό των εργαζομένων τους –για να μην πέσει πιο χαμηλά– αλλά, σε τελευταία ανάλυση, να χρησιμοποιήσουν την κρίση αυτή σαν ευκαιρία για να τους συσπειρώσουν και να τους ενσταλάξουν τα γονίδια της συλλογικής ευθύνης απέναντι στην ευημερία της επιχείρησης. Αναβαθμίζοντας έτσι και το επίπεδο της αφοσίωσής τους προς αυτήν. Ακόμη και να τους δώσουν την ευκαιρία να διαπιστώσουν ότι είναι σε θέση να ανακαλύψουν ευκαιρίες προς όφελος και για την ανάκαμψη της επιχείρησής τους.

Ο νεοφιλελευθερισμός θα ωριμάσει, και ας πάρει το εύηχο όνομα του «νεοκεϋνσιανισμού».…



Για επικοινωνία στη βάση αυτού του άρθρου, στείλτε e-mail στο mr_sun_light@yahoo.com


[1] Για παράδειγμα, η κυβέρνηση Κλίντον μιλούσε για μια «Νέα Οικονομία» που είναι πολύ παραγωγική. Αλλά δεν λέγεται πουθενά το ότι άλλαξε τη μέτρηση της παραγωγικότητας στον ηγετικό κλάδο των Η/Υ στις ΗΠΑ μέσα στο ’90. Άρχισε να λαμβάνει υπόψη, όχι πόσοι υπολογιστές παράγονται ανά ώρα, αλλά πόση υπολογιστική ισχύς παραγόταν (που αυξανόταν λόγω των νέων επεξεργαστών). Έτσι ξαφνικά η παραγωγικότητα στην πληροφορική έκανε «άλματα», όλοι καυχιόνταν για τη «μεγάλη παραγωγικότητα», και μια ωραία «φούσκα» έσκασε το 2000 στις ΗΠΑ (κρίση dotcom στις μετοχές πληροφορικής και τηλεπικοινωνιών). Αυτή η ανάλυση της «φούσκας της παραγωγικότητας», τουλάχιστον στις ΗΠΑ, γίνεται στο πολύ χρήσιμο άρθρο (για να καταλάβουμε τη σημερινή χρηματοπιστωτική κρίση αλλά και το πως λειτουργεί σήμερα το παγκόσμιο καπιταλιστικό σύστημα) «Ο πόλεμος ενάντια στην τρομοκρατία είναι πόλεμος ενάντια στην εργατική τάξη με άλλα μέσα», Τα Παιδιά της Γαλαρίας, τεύχος 12-13, Μάρτιος 2007. Δυστυχώς το εν λόγω περιοδικό δεν διατίθεται ηλεκτρονικά.

Ερμηνεύοντας την κρίση των τροφίμων

Μετά από τρεις δεκαετίες σχετικής σταθερότητας, οι τιμές των τροφίμων αυξάνονται δραματικά για πάνω από τρία χρόνια. Ανάμεσα στο Μάη του 2007 και του 2008 η τιμή του καλαμποκιού αυξήθηκε κατά 46%, του σιταριού κατά 80%, της σόγιας κατά 72%, του ρυζιού κατά 75%. Σαν αποτέλεσμα, σύμφωνα με το Παγκόσμιο πρόγραμμα την Ηνωμένων Εθνών για τα τρόφιμα (UN World Food Program), επιπλέον 130 εκατομμύρια άνθρωποι έχουν προστεθεί στα εκατοντάδες εκατομμύρια των κιόλας λιμοκτονούντων, ή όσων υποφέρουν από υποσιτισμό.

Δεν αποτελεί έκπληξη, ότι σε μια ντουζίνα πόλεων σε όλο τον κόσμο, από το Πορτ- ο- Πρενς στο Κάιρο και στην Μανίλα, ότι οι άνθρωποι έχουν κατέβει σε διαμαρτυρίες ενάντια στην οικονομική ποινή θανάτου που τους έχει επιβληθεί, γνωρίζοντας ξεκάθαρα, πως οι διακυμάνσεις στις τιμές των εμπορευμάτων, δεν είναι «γεγονότα της φύσης». Πράγματι, τα ιερογλυφικά των τιμών των τροφίμων και κρύβουν και αποκαλύπτουν ένα κόσμο σχεδίων, πολιτικών και αγώνων που έχουμε ανάγκη να ξεκαθαρίσουμε, για να είμαστε ικανοί να ερμηνεύσουμε τις ρίζες της «κρίσης των τροφίμων».

Για τις τέλειες θύελλες και τις παράλογες φούσκες

Το πρώτο μας βήμα πρέπει να είναι η απόρριψη του χαρακτηρισμού αυτής της κρίσης, σαν «τέλειας θύελλας», δηλαδή σαν αποτέλεσμα ενός συνδυασμού παραγόντων που κανένας δεν θα ήταν δυνατό να προβλέψει. Τίποτα δεν θα μπορούσε να είναι πιο μακριά από την αλήθεια. Όπως και με την «ενεργειακή κρίση», που έστειλε τις τιμές του πετρελαίου στον ουρανό, η άνοδος των τιμών στα τρόφιμα βασικής διατροφής, ήταν εύκολα προβλέψιμη και πραγματικά προβλέφτηκε από αναλυτές και ακτιβιστές σε όλο τον κόσμο. Για χρόνια, πράσινοι, οικο-φεμινίστριες, και πάνω από όλα, μέλη των κινημάτων ειρήνης, ισχυρίζονταν πως οι νεοφιλελεύθερες πολιτικές που επιβάλλει η Παγκόσμια Τράπεζα και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο στις χώρες του παγκόσμιου Νότου, στο όνομα της οικονομικής ανάκαμψης και της δομικής προσαρμογής, θα έχουν καταστροφικά αποτελέσματα στην παραγωγή τροφίμων και στην ικανότητα των ανθρώπων να αναπαράγουν τους εαυτούς τους.(1)

Παρόλα αυτά, η δομική προσαρμογή παρέμεινε η Βίβλος για την ρύθμιση των οικονομιών στην Αφρική, την Ασία και στην Λατινική Αμερική μέχρι σήμερα. Σύμφωνα με αυτή, κυβερνήσεις σ’ αυτές τις περιοχές πιέστηκαν να ιδιωτικοποιήσουν το χρόνο μίσθωσης της γης, να κόψουν τις επιδοτήσεις στους αγρότες, αν ανακατευθύνουν των γεωργική παραγωγή προς εξαγόμενα αγαθά, ενώ άνοιγαν την πόρτα σε εισαγωγή τροφίμων (ειδικά από τις ΗΠΑ και τις χώρες της ΕΕ). Επιπρόσθετα, αναγκάζονταν να καταστρέψουν τα αποθέματα τροφίμων, με το επιχείρημα, ότι τέτοιοι προστατευτικοί μηχανισμοί δεν έχουν θέση στο ελεύθερο εμπόριο, στην παγκόσμια οικονομία, όπου τα τρόφιμα φτάνουν με ευκολία και φτηνά στα χέρια των καταναλωτών.

Ακόμα κι όταν συσσωρεύονταν οι ενδείξεις, πως αυτές οι πολιτικές δημιουργούσαν συνθήκες λιμού και μείζονες εξαρθρώσεις του κοινωνικού ιστού, κάνοντας εκατομμύρια ανθρώπους να εξαρτώνται από τις παραξενιές της διεθνούς αγοράς, οι ενστάσεις απορρίφθηκαν. «Ειδικοί» επικαλέστηκαν την αρχή του «συγκριτικού πλεονεκτήματος» και κρίθηκε «σκανδαλώδες» για τις χώρες του Νότου να απαιτούν «διατροφική ανεξαρτησία», δηλ. «το δικαίωμα κάθε πληθυσμού αν αποφασίζει τι θα φάει και πώς να το παράγει, έχοντας πρόσβαση σε γη και δάνεια με φτηνά επιτόκια», όταν τα τρόφιμα βασικής ανάγκης αυτών των χωρών μπορούν πιθανώς να παράγονται «πιο αποδοτικά» στις ΗΠΑ(2). Σαν αποτέλεσμα, σε διάστημα δύο δεκαετιών, πολλές χώρες που ήταν εντελώς αυτάρκεις στην παραγωγή τροφίμων, έγιναν ένα δίκτυο εισαγωγέων των τροφικών αποθεμάτων από την Ευρώπη, ή τις ΗΠΑ και εκατομμύρια μικρών γεωργών καταστράφηκαν, εξαναγκασμένοι να μεταναστεύσουν σε πόλεις ή στο εξωτερικό. Πολλοί στην Ινδία, συντριμμένοι από τα χρέη, οδηγήθηκαν στην αυτοκτονία (150.000 στα τελευταία χρόνια)(3).

Στην Ευρώπη επίσης, από την δημιουργία της Κοινής Αγοράς, η πιθανότητα της τροφικής αυτάρκειας υπονομεύθηκε, καθώς ο αντικειμενικός σχηματισμός της γεωργικής παραγωγής έχει γίνει η συντήρηση μιας κερδοφόρου δομής τιμών, ακόμα κι αν κατορθώνεται διαμέσου της καταστροφής του περισσότερου πλούτου. Χτίζοντας ένα υψηλά κερδοφόρο γεωργικό τομέα, στην πραγματικότητα, σημαίνει την θέσμιση αναλογιών ρύθμισης, τι ποσότητας κάθε προϊόντος ένα μέλος της χώρας επιτρέπεται να παράγει, και την επιβολή αυστηρών προστίμων σε εκείνους που υπερβαίνουν αυτές τις ποσότητες. Βασισμένη στην χώρα και ειδικά στην αναλογία που της αντιστοιχεί, αγρότες γαλακτοκομίας έχουν πληρωθεί να σκοτώνουν τις «παραπάνω» αγελάδες τους, ούτως ώστε η παραγωγή γάλακτος να μην υπερβεί τα όρια που έχουν προγραφεί, και έχουν φάει πρόστιμο όταν δεν συμμορφώνονται, ενώ άλλοι αγρότες έχουν αναγκαστεί να ξεπατώσουν οπωροφόρα δέντρα, να καταστρέψουν τις «παραπάνω» σοδειές, και πάει λέγοντας.

Συνοψίζοντας, ενώ η επίσημη ρητορική εκφρασμένη από τον οργανισμό για τα τρόφιμα και την γεωργία (FAO), έχει βάλει σαν στόχο την παγκόσμια «ασφάλεια τροφίμων», η παραγωγή τεχνητής «σπανιότητας» στην υπηρεσία των υψηλότερων κερδών και η απάλειψη των αυτοσυντηρούμενων αγροτών, έχουν γίνει η πραγματική κατευθυντήρια οδηγία της διεθνούς πολιτικής για τα τρόφιμα, εδώ κι αρκετό καιρό.

Κάτω από αυτές τις συνθήκες, να μιλήσεις για «κρίση τροφίμων» σαν ένα αποτέλεσμα, για το οποίο δεν υπήρχε πρόθεση, ή να την κατηγορήσεις για τις υψηλές τιμές του πετρελαίου, ή για την αλλαγή κατεύθυνσης της γης προς τα βιοκαύσιμα, ή την αυξημένη ζήτηση σόγιας στην Κίνα, είναι ένα προκάλυμμα. Πράγματι, αποτελεί άσκηση κυνισμού της Παγκόσμιας Τράπεζας να κουνάει το δάκτυλο στις κυβερνήσεις που προάγουν την παραγωγή βιοκαυσίμων, όπως έγινε πρόσφατα.(4) Η παραγωγή βιοκαυσίμων είναι τέλεια εναρμονισμένη με τις πολιτικές προτάσεις που έχουν συστηματικά προάγει την εμπορευματοποίηση της γεωργίας και την μεγιστοποίηση του κέρδους σε βάρος των υποκείμενων αναγκών.

«Τέλεια θύελλα», όμως, δεν είναι μόνο μια περιγραφή που θολώνει τους κοινωνικούς παράγοντες τους υπεύθυνους για την ξαφνική αύξηση των τιμών των τροφίμων. Επειδή, η κρίση απεικονίζεται επίσης συχνά σαν μια τιμή «φούσκα», που καθοδηγείται από μια παράλογη κερδοφόρα δραστηριότητα κοντόθωρων επενδυτών, οι οποίοι πλειοδοτούν στο μέλλον του σιταριού, του καλαμποκιού, του ρυζιού, μακράν από την «πραγματική αξία» τους με μια απελπισμένη επιθυμία να στίψουν κάθε τελευταία σταγόνα κέρδους πριν η φούσκα σκάσει και οι τιμές καταρρεύσουν. Υπονοείται έτσι, ότι αυτοί οι επενδυτές έχουν πιαστεί σ’ αυτή την διαδικασία, όπως οι άνθρωποι που δεν έχουν χρήματα για να πληρώσουν το καλαμποκάλευρο για να φτιάξουν τις τορτίγιες της μέρας! Έτσι, σύμφωνα με αυτή την λογική, αν μια αγοραστική φούσκα είναι υπεύθυνη για τον θάνατο από πείνα και υποσιτισμό εκατομμυρίων, τότε κανένας δεν είναι υπεύθυνος.

Η περιγραφή σαν «φούσκα» της ανόδου των τιμών είναι εύλογη, διότι όλο και περισσότερες όψεις του καπιταλισμού σ’ αυτή την νεοφιλελεύθερη περίοδο, έχουν «οικονομικοποιηθεί». Έτσι, οι μεγάλες εμπορικές ανταλλαγές για σπόρους, επενδύσεις τροφίμων και κερδοσκοπικού κεφαλαίου, έχουν συνδεθεί με αγροεπιχειρήσεις και με εταιρίες επεξεργασίας τροφίμων, σαν οι κύριοι αγοραστές και πωλητές. Αυτές οι εταιρίες, εμπλέκονται σ' αυτές τις αγορές, όχι με σκοπό να βγάλουν κέρδος πουλώντας εμπορεύματα, ή διαμέσου της χρήσης αυτού του κέρδους να παράγουν άλλα εμπορεύματα, αλλά στην πώληση του δικαιώματος να πουλάς εμπόρευμα σε κάποια καθορισμένη τιμή στο μέλλον. Αυτή η κίνηση δημιουργεί τις συνθήκες για την ανάπτυξη μιας φούσκας.

Η μέθοδος της «φούσκας», η οποία αύξησε δραματικά την τιμή των βασικών ειδών διατροφής είναι αρκετά διαφορετική από τον τρόπο που γινόταν στην τελευταία ιστορική αύξηση των τιμών αυτών, στα πρώιμα χρόνια των 70ς. Όπως περιγράφει εντυπωσιακά ο Harry Cleaver, η κυβέρνηση των ΗΠΑ δημιούργησε απελπιστικά μια έλλειψη σπόρων, βάζοντας όρια στις διανομές πολλών τετραγωνικών μέτρων γης για καλλιέργεια το 1970, το '71 και το '72, ακόμα και μετά που συμφώνησε μια μαζική αγοροπωλησία σπόρων με την Σοβιετική Ένωση (5). Αυτό οδήγησε σε μια σπανιότητα σπόρων στην παγκόσμια αγορά και μια δραματική αύξηση της τιμής τους. Αυτός ο τύπος του χειρισμού της αγοράς, έγινε κατά την διάρκεια της Κεϋνσιανής περιόδου, όταν το κράτος μπορούσε δικαιωματικά να ελέγξει την αγορά. Μετά από αυτό, υπήρξε η περίοδος του ελέγχου των μισθών από το Νίξον. Στην παρούσα νεοφιλελεύθερη περίοδο, αυτό το ανοιχτό σχέδιο θα ήταν ένα ιδεολογικό ανάθεμα, ειδικά για την διακυβέρνηση του προέδρου Μπους, και έτσι οι αυξήσεις στις τιμές των σπόρων πραγματοποιούνται διαμέσου της αγοράς.

Αλλά δεν πρέπει να εξαπατηθούμε με την σκέψη ότι οι «φούσκες» είναι διαστροφές χωρίς πρόθεση, που με τον καιρό θα διορθωθούν και τα πάντα θα επιστρέψουν στο «φυσιολογικό». Αν και οι «φούσκες» δεν είναι παράλογες, παρόλα αυτά οι επενδυτές που εμπλέκονται σ’ αυτές μπορεί να είναι. Οι φούσκες δομούνται, φουσκώνουν και σπάνε από τους οικονομικούς θεσμούς και το κράτος (για ένα κλασικό παράδειγμα δες το ρόλο του Ομοσπονδιακού αποθέματος (Federal Reserve) του Alan Greenspan στην φούσκα των «dot.com» στα τέλη των 90ς). Έχουν τους σκοπούς και τους τραπεζίτες τους, τους εκτελεστές επενδυτικού κεφαλαίου, και οι επίσημοι των κυβερνήσεων της ΕΕ και των ΗΠΑ, είναι υπεύθυνοι για την δημιουργία και για την κατάρρευση τους, συμπεριλαμβανομένου αυτής της «φούσκας» των τιμών των τροφίμων του 2008.

Το γιατί της κρίσης των τιμών των τροφίμων.

Εάν η «κρίση των τιμών των τροφίμων» είναι αποτέλεσμα όχι λάθους και παραλόγου, αλλά σχεδίου και καπιταλιστικής λογικής, ποιος είναι ο σκοπός της; Τι αντικειμενικότητες υποτίθεται ότι κατορθώνει; Πιο πλατιά, ποια είναι η σημαντικότητα από την σκοπιά των βράχυ- και μάκρο-πρόθεσμων τάσεων της καπιταλιστικής συσσώρευσης και των ταξικών σχέσεων;

Μια βέβαια απάντηση σ’ αυτά τα ζητήματα είναι ότι η παρούσα κρίση τιμών των τροφίμων είναι το τελευταίο βήμα στην διεθνή πορεία του κεφαλαίου προς την εγκατάσταση του ελέγχου του, πάνω στις κύριες πλανητικές πηγές ενέργειας και αξίας: η παραγωγή τροφίμων είναι το κλειδί για την ρύθμιση των οικονομικών δραστηριοτήτων, του επιπέδου των μισθών, και της παραγωγής της εργατικής δύναμης σε κάθε τμήμα του κόσμου. Είναι μια μακρά πορεία που πάει πίσω στην αποικιοκρατική περίοδο, όταν όχι μόνο η γη και άλλες φυσικές πηγές απαλλοτριώθηκαν από το κεφάλαιο, αλλά το προσανατολισμένο για εξαγωγή ρευστό από τις σοδειές και οι μονοκαλλιέργειες, είχαν εφαρμοστεί σε βάρος των αναγκών επιβίωσης των αποικιοκρατούμενων λαών. Από τότε, κάθε νέα πολιτική που αναφέρεται στην γεωργία και στην παραγωγή τροφίμων (κατά καιρούς εμπλέκοντας «φτηνά» και άλλες φορές «ακριβά» τρόφιμα), έχει διαμορφωθεί από της αρχή ότι εκείνος που ελέγχει την παραγωγή τροφίμων, ελέγχει επίσης την πολιτική οικονομία του πλανήτη.

Οι οδηγίες της ιδιωτικοποίησης των κοινοτικών γαιών και της βιομηχανοποίησης της γεωργίας διαμέσου του ριζώματος της χημικής βιομηχανίας και αργότερα της βιοτεχνολογίας, από την Πράσινη Επανάσταση στην επινόηση των Γενετικά Τροποποιημένων (GM) Σπόρων, ρυθμίστηκαν προς αυτό τον σκοπό. Έτσι ήταν η πολιτική των γεωργικών επιδομάτων και της «βοήθειας σε τρόφιμα», την οποία, οι ΗΠΑ (ο κύριος κινητήρας στην εμπορευματοποίηση και επιχειρηματικοποίηση της παγκόσμιας παραγωγής τροφίμων), έχει προωθήσει από τα 50ς. Ένα σημείο στροφής ήταν η Food for Peace Act (η δράση «Τρόφιμα για Ειρήνη»), που πολιτικοποίησε την βοήθεια σε τρόφιμα και άρχισε να κάνει τυπικά της αποικιακές χώρες να εξαρτώνται από τους σπόρους των ΗΠΑ. Το μεγαλύτερο κομμάτι από αυτά, κατορθώθηκε διαμέσου της πολιτικής των «φτηνών» τροφίμων, που, τότε, υποτίμησε τα προς το ζειν των αυτάρκων αγροτών στην Αφρική, την Ασία και τη Λατινική Αμερική, κάνοντας αδύνατο γι’ αυτές να ανταγωνιστούν με την καλά επιδοτούμενη και βιομηχανοποιημένη γεωργία των ΗΠΑ.

Είναι σημαντικό εδώ να τονίσουμε ότι η χρήση των τροφίμων σαν μέσο δημιουργίας εξάρτησης, έχει γίνει η καρδιά της ανόδου των αγροεπιχειρήσεων και η περιθωριοποίηση εκατομμυρίων μικρών αγροτών επίσης στις ΗΠΑ. Και είναι μια πολιτική που έχει συνεχιστεί μέχρι σήμερα, όπως αποδεικνύεται από την ισχυρή άρνηση της κυβέρνησης των ΗΠΑ να αποδεχτεί την πρόκληση πολλών ΜΚΟ, οι οποίες αγοράζουν τρόφιμα με τα χρήματα που «δωρίζει» στις τοπικές αγορές από των αγρότες των «φτωχών χωρών», παρά εισάγοντας τα από τις ΗΠΑ. Αυτή η άρνηση είναι τόσο σκανδαλώδης και τόσο ανοιχτά επιβλαβής στα κράτη που υποτίθεται ότι «βοηθούνται», που ακόμα και μια ημι- κυβερνητική ΜΚΟ σαν την CARE International, που είχε μια βαθιά υπακοή στην Ουάσιγκτον, έχοντας δουλέψει για δεκαετίες με το Πεντάγωνο σε καιρούς πολέμου, το 2007, «απέρριψε 46 δισεκατομμύρια $ βοήθειας σε τρόφιμα από την κυβέρνηση των ΗΠΑ, διότι η βοήθεια ήταν καταστροφική για τις ζωές πολλών ανθρώπων, των αγροτών, που υποτίθεται ότι θα βοηθούσε»(6).

Ποια είναι η λειτουργία μιας κρίσης της τιμής των τροφίμων τώρα;

Βάζοντας σε ένα πλαίσιο την σημερινή «κρίση τροφίμων» σε σχέση με αυτό το ιστορικό υπόβαθρο, αυτό θα μας υπενθυμίσει, πως ο καπιταλισμός παράγει σπανιότητα παρά πλούτο, τουλάχιστον για την πλειοψηφία του παγκόσμιου πληθυσμού. Αλλά αυτή η εξήγηση ανεγείρει νέα ερωτήματα. Εάν η καπιταλιστική ανάπτυξη έχει για δεκαετίες δομηθεί από την ανάγκη ελέγχου των αποθεμάτων και χρήσης των τροφίμων σαν μέσα απολαβής κέρδους και σαν ένα όπλο στον ταξικό αγώνα, γιατί είναι ακόμα αναγκαίο, το 2008, να καταφεύγει σε μέτρα, όπως η δραματική αύξηση των τιμών των τροφίμων, τα οποία εγγυώνται να πυροδοτήσουν εξεγέρσεις σε πολλά μέρη του κόσμου; Γιατί οι Παγκόσμιοι Τραπεζίτες και άλλοι καπιταλιστικοί σχεδιαστές θέλουν να διατρέξουν αυτόν τον κίνδυνο; Γιατί δεν ήταν επαρκείς οι πολιτικές των δομικών προγραμμάτων; Και, είναι η κρίση των τροφίμων κομμάτι της κρίσης του νεοφιλελευθερισμού;

Αυτά τα ερωτήματα δεν είναι εύκολο να απαντηθούν, αλλά κάποιες υποθέσεις μπορούν να γίνουν. Οι δραματικές και εγκληματικές αυξήσεις των τιμών των τροφίμων έχουν πρόθεση να εξαναγκάσουν σε μια αποφασιστική μετατόπιση στον αστερισμό των ταξικών δυνάμεων σε όλο τον κόσμο υπέρ του κεφαλαίου.

Πρώτον, η κρίση των τροφίμων πρέπει να αναγνωστεί σαν μια απάντηση στην ευρέως εξαπλούμενη άρνηση της εμπορευματοποίησης της γης (που είναι ισχυρή ειδικά στην Αφρική) και του αγώνα, που οι κοινότητες κάνουν κατά μήκος της Λατινικής Αμερικής για να αναστρέψουν την ιδιωτικοποίηση της γης και των φυσικών πηγών και να ξαναδημιουργήσουν «νέα κοινά». Αυτό έχει λάβει την μορφή των ανοιχτών κινημάτων επανοικειοποίησης, όπως οι Ζαπατίστας, το κίνημα των ακτημόνων στην Βραζιλία (MST, στμ), το κίνημα των ακτημόνων λαών στη Νότια Αφρική, όπως και πολλές λιγότερο τυπικά οργανωμένες προσπάθειες σε όλο τον κόσμο(7). Σε πολλά μέρη της Αφρικής, οι αγρότες μεταναστεύουν στις πόλεις, ειδικά οι γυναίκες, συνεχίζοντας να καλλιεργούν αγροτοτεμάχια δημόσιας γης, μια κίνηση που τους κάνει ικανούς να κερδίζουν κάποια ανεξαρτησία, να αυξάνουν την οικογενειακή κατανάλωση και προϋπολογισμό και να μαζέψουν κάποια χρήματα από μόνοι τους, διαμέσου της μικρής κλίμακας πώλησης, ή με την ανταλλαγή του υπερπροϊόντος.

Και οι επίσημοι της Παγκόσμιας Τράπεζας και τα CEO των μεγαλύτερων πολυεθνικών επιχειρήσεων εμπορίου τροφίμων, αναμφίβολα σχεδιάζουν το, με ποιο τρόπο, οι αυξήσεις στις τιμές των τροφίμων θα βάλουν ένα τέλος σ’ αυτή την αντίσταση, καθώς οι ανοδικές τιμές των τροφίμων παράγουν μια νέα «ορμή για γη», οδηγώντας σε μεγαλύτερη απαλλοτρίωση γης, σε μεγαλύτερη εμπορευματοποίηση της γεωργίας και σε νέες επιθέσεις στην βιώσιμη γεωργία, υπέρ της γεωργίας των σοδειών για εξαγωγή.

Δεύτερο, διαμέσου των αυξήσεων στα τρόφιμα και στις τιμές των καυσίμων, το κεφάλαιο προσπαθεί να εισάγει μια σειρά μεταρρυθμίσεων στην κοινωνική αναπαραγωγική διαδικασία, που ήταν για καιρό στη νεοφιλελεύθερη ατζέντα του, αλλά έτυχε επιτυχούς αντίστασης από εργάτες στην Ευρώπη και στις ΗΠΑ. Παρά την εξάλειψη των οφελών λόγω του αυξημένου πληθωρισμού, δεν έχουν μειωθεί σημαντικά ούτε η κοινωνική ασφάλεια στις ΗΠΑ, ούτε οι συντάξεις σε πολλά μέρη της ΕΕ, παρά τις επανειλημμένες προσπάθειες να επιτευχθεί αυτός ο σκοπός. Σ’ αυτό το πλαίσιο, οι αυξήσεις στις τιμές των τροφίμων είναι το ισοδύναμο της περικοπής των πραγματικών μισθών και μια μεταβίβαση ακόμα μεγαλύτερης αξίας στις γεωργικές πολυεθνικές εταιρίες. Αυτή η μεταβίβαση, διαθέτει εκείνες της «δυσκαμψίες του εισοδήματος», για να παραφράσουμε μια Κεϋνσιανή αντίληψη, που έχουν αποτρέψει αρκετά την από μακρού «μεταρρύθμιση του κράτους-πρόνοιας», την οποία το κεφάλαιο φιλοδοξεί να πετύχει εδώ και πολλά χρόνια. Όπως και με τον πληθωρισμό, ιστορικά οι αυξήσεις των τιμών των τροφίμων επιτίθενται στις κοινότητες της εργατικής τάξης στο πιο αδύναμο σημείο τους, σαν αγοραστές και καταναλωτές, παρά σαν μέλη εργατικών οργανώσεων.

Τρίτο, οι αυξήσεις των τιμών των τροφίμων, είναι στην υπηρεσία της υπερνίκησης της αντίστασης πολλών κυβερνήσεων, από την Ευρώπη στην Αφρική και την Λατινική Αμερική, ενάντια στην εισαγωγή Γενετικά Μεταλλαγμένων προϊόντων. Η απόρριψη των GM τροφίμων έχει προέλθει από κάθε κοινωνική πλευρά σ’ αυτές τις περιοχές, προς μεγάλο φόβο της αγροβιομηχανίας των ΗΠΑ. Είναι σημαντικό το γεγονός, ότι το επιχείρημα, ότι οι αυξήσεις των τιμών των τροφίμων θα διευκολύνουν την αποδοχή των αφρικανικών κυβερνήσεων, ήταν κιόλας καλά αρθρωμένο στην αναφορά για την παγκόσμια ανάπτυξη της Παγκόσμιας Τράπεζας, που δημοσιεύτηκε τον Οκτώβρη του 2007 (πριν τις πιο πρόσφατες αυξήσεις των τιμών). Πράγματι αυτή η αναφορά, παρουσίασε αρκετά προφητικά τις εξελίξεις που ήταν να έρθουν, εάν δεν αντιληφθούμε, ότι αυτές οι εξελίξεις επικράτησαν, σε μεγάλη έκταση, εξαιτίας των προσπαθειών της Παγκόσμιας Τράπεζας και των συμμάχων της στο σύστημα των Ηνωμένων Εθνών, του ΔΝΤ και της FAO, όντας «πρόβλεψη» να είναι συχνά ένας ευφημισμός για ένα στοχευμένο σχέδιο στο λόγο της Παγκόσμιας Τράπεζας(8).

Το μέλλον της παραγωγής τροφίμων

Είναι δύσκολο να προεξοφλήσουμε εάν η κρίση των τροφίμων θα κατορθώσει αυτούς τους τρεις στόχους της, ή θα προκαλέσει ένα παγκόσμιο ξεσήκωμα των κινημάτων για την επανοικειοποίηση της γης και την αποεμπορευματοποίηση της γεωργίας. Γιατί έτσι, και τα καλύτερα σχέδια τόσο των εκτελεστών της αγροβιομηχανίας, όσο και της σπείρας της Παγκόσμιας Τράπεζας, θα πάνε κατά διαόλου. Ένας καθοριστικός παράγοντας εδώ, θα είναι η συμπεριφορά των κυβερνήσεων του παγκόσμιου Νότου (ειδικά των μεγαλύτερων, της Κίνας, της Ινδίας και της Βραζιλίας), πολλές εκ των οποίων έχουν δείξει να είναι έτοιμες για μια πιο ανταγωνιστική στάση απέναντι στην πίεση που ασκείται πάνω τους από την «διεθνή κοινότητα». Η αποτυχία του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου στο γύρο της Doha, είναι ένα καλό σημάδι προς αυτή την κατεύθυνση. Αλλά η αντίσταση δεν περιορίζεται στα γιγάντια έθνη όπως η Κίνα, η Ινδία και η Βραζιλία. Είναι υποδειγματική, όπως και στις προηγούμενες, η περίπτωση του Μαλάουι, μια από τις μικρότερες αφρικάνικες χώρες. Παραδοσιακά αυτάρκης, και επίσης μια εξαγωγός προς τη Νότια Αφρική χώρα, οδηγήθηκε στα 1980 από την παγκόσμια Τράπεζα στο τέλος των επιδοτήσεων προς τους αγρότες και αργότερα, στα 2000, το ΔΝΤ επέμεινε να βάλει τα αποθέματα της σε τρόφιμα, στην αγορά. Αλλά μετά από χρόνια σε σχεδόν συνθήκες λιμού, πρόσφατα αυτές οι πολιτικές αναστράφηκαν, παρά την πίεση για το αντίθετο από την Παγκόσμια Τράπεζα και το ΔΝΤ. Έτσι έγινε μια σοφή κίνηση πράγματι, την οποία μία ή περισσότερες χώρες πιθανόν μιμηθούν, δεδομένου ότι για πρώτη φορά εδώ και χρόνια το Μαλάουι μπορεί να περηφανευθεί ξανά για απόθεμα στην παραγωγή τροφίμων. Τα κράτη όμως, είναι προβληματικοί σύμμαχοι στον αγώνα ενάντια στο δημιουργημένο από τις αυξήσεις των τροφίμων λιμό, επειδή σχεδόν πάντα ενδιαφέρονται για την ανάπτυξη του καπιταλιστικού γεωργικού τομέα, αλλά με τους δικούς τους όρους. Ότι θα συμβάλλει περισσότερο στην έκβαση του αποτελέσματος των κρίσης των τροφίμων, θα είναι η ικανότητα των κινημάτων, ενάντια στις διαιρέσεις που μας επιβάλλονται, να συντονίσουμε στρατηγικές αντίστασης ενάντια στους σχεδιαστές της πείνας και του λιμού. Ο αγώνας ενάντια στο λιμό και στην απαλλοτρίωσης της γης δεν μπορεί να δοθεί μόνο στην Αφρική, ή στα βουνά της Chiapas. Πρέπει να διεξαχθεί στα supermarket και στους δρόμους των ΗΠΑ και της Ευρώπης, όπως οι καμπάνιες των «καθαρών ρούχων» των 90ς, που μετασχημάτισαν το shopping σε πολιτική δράση, και με ενωμένους τους εργάτες στα κάτεργα της υφαντουργίας του παγκόσμιου Νότου, με τους εργάτες του Βορά. Το αίτημα τρόφιμα για όλους, που θα ισχυροποιεί και δε θα δηλητηριάζει τους παραγωγούς και τους καταναλωτές, δημιουργεί τη βάση μιας υλικής πολιτικής, που μπορεί να αναστατώσει τους σκοπούς εκείνων που σχεδίασαν την κρίση των τιμών των τροφίμων.

Αλλά σ’ αυτό το σημείο, ας μην κάνουμε λάθος: τα στοιχήματα σ’ αυτό τον αγώνα είναι υψηλά. Εάν η στρατηγική των αυξήσεων των τιμών των τροφίμων δουλέψει και η παραγωγή τροφίμων εμπορευματοποιηθεί πλήρως, εάν ο αγώνας για την επανακοινωνικοποίηση της γης ηττηθεί, με τρόφιμα και γη να πηγαίνουν σε εκείνους που έχουν πιο πολλά μετρητά στα χέρια, εκατομμύρια θα πεθάνουν, η αγροτιά σαν ιστορική τάξη θα εξαφανιστεί, οι λαοί σε όλο τον πλανήτη θα έχουν πρόσβαση στην γη μόνο δουλεύοντας σαν peons ( έτσι ονομάζονταν οι μεξικανοί ακτήμονες στην υπηρεσία των φεουδαρχών κατά την περίοδο της ισπανικής κατάκτησης του Μεξικού, στμ) στην υπηρεσία των γεωργικών πολυεθνικών και εμείς θα έχουμε χάσει την τελευταία μας ευκαιρία να έχουμε κάποιο έλεγχο πάνω στην ποιότητα της τροφής που τρώμε, που είναι κιόλας σε μεγάλο βαθμό παραπροϊόν της πετρο-χημικής βιομηχανίας. Ακόμα πιο σημαντικό, εάν οι αυξήσεις στις τιμές των τροφίμων καταφέρουν τους σκοπούς τους, η πιθανότητα συγκρότησης ενός κόσμου, όπου παραφράζοντας το Jose Bove «Η ζωή δεν είναι για πούλημα», θα εξαλειφθεί για δεκαετίες.

______

1. Δες: Maria Mies, Women, Food and Global Trade: An Ecofeminist Analysis of the World Food Summit, Rome, 13-17 November 1996, Bielefeld: Institute fur Theorie und Praxis der Subsistenz e.V., and Karen Lehman & Al Krebs, 'Control of the World’s Food Supply', in Jerry Mander and Edward Goldsmith (eds.) The Case Against the Global Economy and For a Turn Toward the Local. San Francisco: Sierra Club books, 1996.
2. Mariarosa Dalla Costa, 'Food Sovereignty, Peasants and Women', The Commoner, 2008, accessed at www.thecommoner.org, July 2008
3. Walden Bello, 'Manufacturing a Food Crisis', The Nation, 2 June, 2008
4. World Bank, 'World Bank Development Report for 2008: Agriculture for Development'. Washington, D.C.: World Bank, 2007
5. Harry Cleaver, 'Food, Famine and the International Crisis', Zerowork II, 1977, pp.7-70.
6. Kwesi W. Obeng, 'Soaring food prices send shockwaves and protest across Africa', African Agenda. Vol. 11, No. 1, 2008, pp.5-9.
7. Sam Moyo and Paris Yeros (eds.), Reclaiming the Land: The Resurgence of Rural Movements in Africa, Asia and Latin America, London: Zed Books, 2005
8. World Bank, οπ. παρ.